ΑΠΟΨΕΙΣ

ΚΙΝΑΛ: Στρατηγικές επιβίωσης χωρίς στρατηγό

«Ποιος; Χα! Μη με ρωτάτε ποιος. Δεν το έχουμε σκεφτεί. Δεν καθίσαμε να το σκεφτούμε, γιατί δεν έχει σημασία». 
 
Ετσι, με ένα ειρωνικό μειδίαμα, απαντούσε πριν από ένα μήνα κυβερνητικό στέλεχος στην ερώτηση «ποιος σας συμφέρει να εκλεγεί στο ΚΙΝΑΛ». Η σχεδόν περιφρονητική του στάση φαινόταν ειλικρινής. Φαινόταν να εκπορεύεται από τη διάχυτη πεποίθηση ότι το κόμμα της Κεντροαριστεράς, που δεν τολμάει να συστήνεται πια με το «βαφτιστικό» του, έχει προδιαγεγραμμένη μοίρα. 
 
Η περιφρόνηση ήταν πρόωρη. Οχι γιατί, λόγω της αναγκαστικής απόσυρσης της Φώφης Γεννηματά, μεγάλωσε η δεξαμενή των επίδοξων αρχηγών. Αλλά διότι το ΚΙΝΑΛ θα έχει σίγουρα ένα πλεονέκτημα έναντι του ανταγωνιστή του στην Κεντροαριστερά: νέα ηγεσία.
 
Η συμβατική σκέψη αναγνωρίζει ότι το κεφάλαιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο Τσίπρας. Χωρίς αυτό το υβριδικό προϊόν της φάμπρικας του μεταπολιτευτικού πολιτικαντισμού, το κόμμα της Αριστεράς δεν θα είχε δίαυλο σύνδεσης με τα ευρύτερα –πρώην πασοκικά– μικροαστικά στρώματα. 
 
Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι ο Τσίπρας είναι ο πρώτος ηττημένος πρωθυπουργός μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου που διεκδικεί, στη μεταπολίτευση, την επανεκλογή του. Ο Παπανδρέου πέτυχε την επιστροφή του όχι μόνο λόγω της απαράμιλλης δημαγωγικής του σαγήνης. Την πέτυχε και επειδή οι αντίπαλοί του τον ευεργέτησαν με τη μαρτυροποίηση του ειδικού δικαστηρίου. Ο Τσίπρας είναι –θέσει και φύσει– πιο άτυχος.
Σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να επαναβεβαιώσει την υπεροχή του έναντι μιας νέας ηγεσίας στο όμορό του κόμμα. 
Ομως, η αλλαγή σκυτάλης δεν ενδιαφέρει μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Ενδιαφέρει και τη Ν.Δ. στον βαθμό που μπορεί να προκύψει από την ενδοπασοκική αναμέτρηση ένα κόμμα πιο δεκτικό στις συνεργασίες. Ενα κόμμα που θα μιμούνταν το υπόδειγμα της ευρωπαϊκής πολιτικής του οικογένειας: Ακόμη και στο ναδίρ της παρακμής τους, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη προσπαθούσαν να διαμορφώσουν θετική ατζέντα, επί της οποίας διεκδικούσαν τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση – έστω και από τη θέση του ελάσσονος εταίρου. Η δικαιολογία ότι το ΚΙΝΑΛ «δεν έχει λόγο» να διαμορφώσει πλατφόρμα κυβερνητικής συνεργασίας, επειδή ο Μητσοτάκης διαμηνύει ότι θέλει να είναι αυτοδύναμος, συνιστά αμήχανη υπεκφυγή. Συνιστά τον «ετεροπροσδιορισμό», τον οποίο ξορκίζουν όλοι οι υποψήφιοι για την προεδρία του ΚΙΝΑΛ.
 
Θεωρητικά, ένας δυνάμει κυβερνητικός εταίρος, με πρόγραμμα και στρατηγική συνεργασιών, θα μπορούσε να διεκδικήσει ρυθμιστικό ρόλο μετά την κάλπη της απλής αναλογικής, πιέζοντας τη Ν.Δ. να μην προσπεράσει ελαφρά, χωρίς κόστος, την πρώτη ετυμηγορία.
 
Θεωρητικά μόνο. Γιατί, όσο κι αν πιστεύει κανείς θεωρητικά στη σταθεροποιητική ωφέλεια ενός τρίτου πόλου, υπάρχει και η πραγματικότητα. Υπάρχει και η λίστα των προσώπων που είναι υποψήφια.
 
Δεν αντέχεται τόση πραγματικότητα.
 
Ετσι, με ένα ειρωνικό μειδίαμα, απαντούσε πριν από ένα μήνα κυβερνητικό στέλεχος στην ερώτηση «ποιος σας συμφέρει να εκλεγεί στο ΚΙΝΑΛ». Η σχεδόν περιφρονητική του στάση φαινόταν ειλικρινής. Φαινόταν να εκπορεύεται από τη διάχυτη πεποίθηση ότι το κόμμα της Κεντροαριστεράς, που δεν τολμάει να συστήνεται πια με το «βαφτιστικό» του, έχει προδιαγεγραμμένη μοίρα. 
 
Η περιφρόνηση ήταν πρόωρη. Οχι γιατί, λόγω της αναγκαστικής απόσυρσης της Φώφης Γεννηματά, μεγάλωσε η δεξαμενή των επίδοξων αρχηγών. Αλλά διότι το ΚΙΝΑΛ θα έχει σίγουρα ένα πλεονέκτημα έναντι του ανταγωνιστή του στην Κεντροαριστερά: νέα ηγεσία.
 
Η συμβατική σκέψη αναγνωρίζει ότι το κεφάλαιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι ο Τσίπρας. Χωρίς αυτό το υβριδικό προϊόν της φάμπρικας του μεταπολιτευτικού πολιτικαντισμού, το κόμμα της Αριστεράς δεν θα είχε δίαυλο σύνδεσης με τα ευρύτερα –πρώην πασοκικά– μικροαστικά στρώματα. 
 
Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι ο Τσίπρας είναι ο πρώτος ηττημένος πρωθυπουργός μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου που διεκδικεί, στη μεταπολίτευση, την επανεκλογή του. Ο Παπανδρέου πέτυχε την επιστροφή του όχι μόνο λόγω της απαράμιλλης δημαγωγικής του σαγήνης. Την πέτυχε και επειδή οι αντίπαλοί του τον ευεργέτησαν με τη μαρτυροποίηση του ειδικού δικαστηρίου. Ο Τσίπρας είναι –θέσει και φύσει– πιο άτυχος.
Σε κάθε περίπτωση, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να επαναβεβαιώσει την υπεροχή του έναντι μιας νέας ηγεσίας στο όμορό του κόμμα. 
Ομως, η αλλαγή σκυτάλης δεν ενδιαφέρει μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ. Ενδιαφέρει και τη Ν.Δ. στον βαθμό που μπορεί να προκύψει από την ενδοπασοκική αναμέτρηση ένα κόμμα πιο δεκτικό στις συνεργασίες. Ενα κόμμα που θα μιμούνταν το υπόδειγμα της ευρωπαϊκής πολιτικής του οικογένειας: Ακόμη και στο ναδίρ της παρακμής τους, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη προσπαθούσαν να διαμορφώσουν θετική ατζέντα, επί της οποίας διεκδικούσαν τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση – έστω και από τη θέση του ελάσσονος εταίρου. Η δικαιολογία ότι το ΚΙΝΑΛ «δεν έχει λόγο» να διαμορφώσει πλατφόρμα κυβερνητικής συνεργασίας, επειδή ο Μητσοτάκης διαμηνύει ότι θέλει να είναι αυτοδύναμος, συνιστά αμήχανη υπεκφυγή. Συνιστά τον «ετεροπροσδιορισμό», τον οποίο ξορκίζουν όλοι οι υποψήφιοι για την προεδρία του ΚΙΝΑΛ.
 
Θεωρητικά, ένας δυνάμει κυβερνητικός εταίρος, με πρόγραμμα και στρατηγική συνεργασιών, θα μπορούσε να διεκδικήσει ρυθμιστικό ρόλο μετά την κάλπη της απλής αναλογικής, πιέζοντας τη Ν.Δ. να μην προσπεράσει ελαφρά, χωρίς κόστος, την πρώτη ετυμηγορία.
 
Θεωρητικά μόνο. Γιατί, όσο κι αν πιστεύει κανείς θεωρητικά στη σταθεροποιητική ωφέλεια ενός τρίτου πόλου, υπάρχει και η πραγματικότητα. Υπάρχει και η λίστα των προσώπων που είναι υποψήφια.
 
Δεν αντέχεται τόση πραγματικότητα.

Σκιές

O platanon opacissimus –o βαθύσκιος πλάτανος– εξελίσσεται σε έμβλημα της μετάβασης του αθηναϊκού βίου στο μετα-πανδημικό του πεπρωμένο. Τώρα που η ησυχία της καραντίνας έδωσε πάλι τη θέση της στη ρουτίνα της φρενίτιδας· τώρα που οι άδειοι δρόμοι υποφέρουν πάλι από κυκλοφοριακά εμφράγματα· τώρα που η άνοδος στις αξίες των ακινήτων εξορίζει τους κατοίκους από το κέντρο, πού πρέπει να αναζητηθεί η ισορροπία της πόλης; Θα αφήσουμε την αγορά της γαστρονομίας, του real estate και της χρονομίσθωσης να ορίσει ανενόχλητη το τοπίο; Ή πρέπει να εμπιστευτούμε τον σχεδιασμό του σε εκείνους που επείγονται να το καλλωπίσουν με ορίζοντα τον εκλογικό κύκλο; Ο καβγάς θα γίνει πάλι για την Πανεπιστημίου. Δεν είναι καβγάς που αφορά, όμως, ένα «κηπευτικό» πλάνο ή τον δήμαρχο που το επισπεύδει. Η λειτουργία του ευρωπαϊκού βουλεβάρτου προϋποθέτει και κουλτούρα βουλεβάρτου – κουλτούρα χρήσης του δημόσιου χώρου που δεν εξαντλείται στη νευρική αυτοκίνηση. Το ερώτημα είναι αν πρέπει πρώτα να φτιάξουμε το βουλεβάρτο; Ή πρέπει να περιμένουμε να ωριμάσει η κουλτούρα; Το δεύτερο θα σήμαινε τουλάχιστον άλλη μία δεκαετία υστέρησης.

Φαινόμενα

 

Περίμεναν ότι η σιωπή θα έσπαγε σαν τις βροντές του «Mπάλλου», και τελικά έσπασε με κάτι σαν το θρόισμα της θράκας του Μπαϊρακτάρη.