ΑΠΟΨΕΙΣ

Αγαπητέ κύριε διευθυντά

Τον Γιόζεφ Ροτ τον κατατάσσω στους τεράστιους συγγραφείς, με συγκινεί η κάθε του πρόταση. Τη στιγμή αυτή διαβάζω τα δημοσιογραφικά του κείμενα (όλα από τις εκδόσεις Αγρα). Ηταν άνθρωπος των εφημερίδων. Υπήρξε διά βίου αναγνώστης, συγγραφέας, διανοητής. Το 1926, σε μια επιστολή στον εκδότη της εφημερίδας Frankfurter έγραψε: «Η επιφυλλίδα είναι για την εφημερίδα το ίδιο σημαντική με την πολιτική αρθρογραφία, και για τον αναγνώστη πολύ πιο σημαντική. Η σύγχρονη εφημερίδα διαμορφώνεται από πολλά – και όχι μόνο από την πολιτική ειδησεογραφία της. Η σύγχρονη εφημερίδα χρειάζεται τις επιφυλλίδες περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται τα κύρια άρθρα της. Δεν είμαι η γαρνιτούρα, ούτε το επιδόρπιο. Είμαι το κυρίως πιάτο… ζωγραφίζω το πορτραίτο της εποχής. Αυτό πρέπει να κάνουν οι σπουδαίες εφημερίδες».

Η επιφυλλίδα όχι μόνον είναι το κυρίως πιάτο που τρώγεται και κρύο, αλλά παραμένει και αναλλοίωτα νόστιμο. Ενα καλό άρθρο γνώμης δεν λήγει, μπορεί να καταναλωθεί και χρόνια αργότερα. Σχεδόν εκατό χρόνια μετά ξαναορίζεται η έννοια της δημοσιογραφίας και τα λόγια του ηχούν επίκαιρα, ίσως πιο έγκυρα τώρα απ’ ό,τι τότε. Η έννοια της επικαιρότητας προσδιορίζεται εκ νέου, καθώς τα νέα χάνουν τη φρεσκάδα ταχύτατα, βάναυσα, λεπτό προς λεπτό. Ο Τύπος δεν κατέχει πλέον το μονοπώλιο των ειδήσεων ούτε είναι πια θεματοφύλακας της πληροφορίας. Παύει η έννοια της έκπληξης στη ροή των ειδήσεων. Η πληροφορία παλιώνει, το μαντάτο ξεφτίζει. Αυτή ακριβώς τη στιγμή, κάτι άλλο έχει «ανέβει» και έχει πάρει θέση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αλλαξαν επίσης οι ρόλοι· ποιο είναι το κοινό και ποιοι οι επαγγελματίες; Ρεπόρτερ υπό μία έννοια είμαστε όλοι, με ένα κινητό στο χέρι έτοιμοι να καταγράψουμε ό,τι συμβαίνει. Αρκεί να βρισκόμαστε στο κατάλληλο σημείο, την ενδεδειγμένη στιγμή. Από τη μια υπάρχουν πολλές πηγές και πρόσβαση σε υλικό, από την άλλη τα παραδοσιακά ΜΜΕ έχουν χάσει τον έλεγχο της διανομής της δουλειάς τους και βλέπουν τη διαφήμιση να διοχετεύεται στην Google και στο Facebook. Η δημοσιογραφία ενισχύεται και απειλείται ταυτόχρονα.

Κάποιος τις προάλλες μού είπε ότι τον τάραξαν οι έξι ώρες που κράτησε το μπλακ άουτ στο Facebook και στο Instagram. Είναι στην ηλικία μου και αυτή είναι η πηγή ενημέρωσής του, έχει σταματήσει να διαβάζει εφημερίδες. Βρίσκει ότι ο όγκος της πληροφορίας στις εφημερίδες τον κατακλύζει. Η πλεονάζουσα πληροφορία είτε του φέρνει κατάθλιψη, είτε δεν την κατανοεί, είτε δεν τον ενδιαφέρει. Ενώ τα σόσιαλ, μου είπε, δεν είναι παθητικά. Ο,τι προβάλλεται είναι επειδή κάποιος το έχει επιλέξει, το άρθρο διακινείται επειδή διαθέτει συναίσθημα. Από τα ενστικτώδες «μου αρέσει/δεν μου αρέσει» μέχρι τα πιο σύνθετα όπως χαρά/οργή/λύπη κ.ά. Με έβαλε σε σκέψεις. Είμαι φανατική αναγνώστρια εφημερίδων στη χώρα των οπαδών των εφημερίδων. Το 80%, που δεν είναι και λίγο, διαβάζει καθημερινά κάποιο έντυπο. Οσο ασαφής είναι στην Αγγλία ο προφορικός καθημερινός λόγος, τόσο συγκεκριμένος και απερίφραστα κατηγορηματικός είναι ο δημοσιογραφικός λόγος. Οι πρώτες δε σελίδες, όταν περιέχουν φωτογραφία του Μπόρις, μου βγάζουν τόσο έντονα συναισθήματα που με στέλνουν κυριολεκτικά στο ψυχιατρικό ντιβάνι. «Κυρία Βλαστού, είναι η τρίτη συνεχόμενη φορά που αναφέρεστε σε εκείνον». Και τότε συνέρχομαι. Είτε τις συνεδρίες πρέπει να τις καλύπτει το κρατικό σύστημα υγείας για όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως, είτε κάποιος πρέπει να με πληρώνει για να μιλώ για τον Μπόρις – και όχι το αντίστροφο.

Οι ιστορίες που θέλουμε να διαβάζουμε παραμένουν ίδιες. Θέλουμε να πληροφορούμαστε για το τι κάνουν οι πολιτικοί, να μαθαίνουμε πώς να παραμένουμε υγιείς, να ενημερωνόμαστε για τα βιβλία και τις ταινίες, να προβληματιζόμαστε και να γελάμε με το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος. Κατέληξα στο ότι ο ρόλος όσων γράφουν αλλάζει. Ξαφνικά γίνεται όλο και πιο σημαντικός. Πήρα τα μαθήματά μου. Για να προσελκύσουμε το κοινό πρέπει να ανιχνεύσουμε τα ενδιαφέροντά του. Να αξιοποιήσουμε το συναίσθημα γράφοντας αλήθειες. Εάν όλοι διαθέτουν την πρώτη ύλη οι γραφιάδες καλούνται όχι μόνο να κάνουν τη διαιτησία με την παραπληροφόρηση, ξεσκαρτάροντας τα ψεύτικα νέα, αλλά να περάσουν στο επόμενο στάδιο. Να επιμεληθούν την είδηση, να εισχωρήσουν σε μεγαλύτερο βάθος, να ζωγραφίσουν με ενάργεια το πορτρέτο εισδύοντας στον ψυχισμό της εποχής. Και για να γίνει αυτό χρειάζεται συναίσθημα. Και για να βγει συναίσθημα, χρειάζεται ειλικρίνεια. Και επειδή όσοι γράφουμε έχουμε πρωτίστως τις εμμονές μας, χρειάζεται να τις αντιμετωπίσουμε ανυπόκριτα. Ευθύτητα πρώτα με τις δικές μας προκαταλήψεις. Στην ουσία καλούμαστε να ενδυναμώσουμε το αναγνωστικό κοινό και κατόπιν, μετά βεβαιότητος, θα ισχυροποιηθεί η δημοσιογραφία. Που είναι το καλύτερο επάγγελμα του κόσμου όπως είπε και ένας άλλος αγαπημένος συγγραφέας-δημοσιογράφος, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές. Ισως αυτό πρέπει να κάνουν για να επιβιώσουν οι σπουδαίες εφημερίδες.
 
* Η κ. Ελεάννα Βλαστού είναι συγγραφέας και ζει στο Λονδίνο.