ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Ερντογάν, οι πρέσβεις, η λίρα

Ομηρος της προσωπικής αλαζονείας που τον χαρακτηρίζει και του νεοοθωμανικού του οράματος, ο Ταγίπ Ερντογάν συμπεριφέρεται σαν να ηγείται μιας υπερδύναμης η οποία δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό, δεν δέχεται καμία κριτική και μπορεί να ασκεί όποια οικονομική πολιτική επιλέγει, αγνοώντας επιδεικτικά το πώς θα αντιδράσουν οι αγορές, τόσο η εσωτερική όσο και, κυρίως, οι διεθνείς. Ομως, δεν αντιλαμβάνεται ότι με τη στάση του αυτή τελικά αυτοπυροβολείται.

Η συμπόρευσή του με τον εθνικιστή Ντεβλέτ Μπαχτσελί έχει επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την ήδη δύσκολη θέση στην οποία έχει εγκλωβίσει τη χώρα του. Το κόστος δεν είναι μόνο πολιτικό ή διπλωματικό. Είναι και οικονομικό. Και δεν είναι μόνον οι κυρώσεις και η δυσκολία του να αγοράσει σύγχρονο οπλισμό από τις ΗΠΑ. Είναι και η αρνητική αντίδραση των διεθνών αγορών.

Η επιθετική ρητορική του Τούρκου προέδρου έχει υπερβεί κάθε όριο. Η τελευταία «έκρηξή» του τις προηγούμενες ημέρες ήταν εναντίον δέκα δυτικών χωρών –μεταξύ αυτών οι ΗΠΑ και η Γαλλία, όπως και άλλα πέντε μέλη της Ε.Ε.–, φθάνοντας στο σημείο να χαρακτηρίσει τους πρέσβεις τους στην Αγκυρα ως «ανεπιθύμητους» επειδή «τόλμησαν» να τον καλέσουν να απελευθερώσει τον ακτιβιστή Οσμάν Καβαλά. Ο τελευταίος  συνελήφθη μετά την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016 και παραμένει στη φυλακή εδώ και τέσσερα χρόνια, παρότι δεν έχει καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα.

Σύμφωνα με την τουρκική υπηρεσία της Ντόιτσε Βέλε, στην κίνηση του Ερντογάν φέρεται να αντέδρασε ακόμη και ο πιστός υπουργός του των Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, διαμηνύοντας την πρόθεσή του να παραιτηθεί, κάτι πάντως που η τουρκική κυβέρνηση διέψευσε.

Σε κάθε περίπτωση, τελικά υπήρξε εκτόνωση της κατάστασης, καθώς ο Τούρκος πρόεδρος αντιλήφθηκε ότι δεν άντεχε άλλο ένα αγκάθι στην ήδη τεταμένη σχέση του με τη Δύση, λίγο πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του G-20 που διεξάγεται το Σαββατοκύριακο στη Ρώμη και στο περιθώριο της οποίας επιδιώκει διακαώς να συναντήσει τον Τζο Μπάιντεν και άλλους δυτικούς ηγέτες.

Ωστόσο, όλη αυτή η συμπεριφορά του, σε συνδυασμό με την εμμονή του σε μειώσεις των επιτοκίων, βύθισε τη λίρα σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα.

Η συνεχής προσπάθεια του Ερντογάν να αυτοπροβάλλεται ως ο ισχυρός ηγέτης του λαού του, εναντίον των επιβουλών της «κακής» Δύσης, όπως και του Ισραήλ, στοχεύει σε πολιτική εκμετάλλευση στο εσωτερικό ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2023, όταν συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκίας.

Ωστόσο, δυστυχώς για αυτόν, έχει καταφέρει να συσπειρώσει όλη την αντιπολίτευση –κόμματα με διαφορετική ιδεολογική αφετηρία– σε έναν κοινό στόχο: την ήττα του στις εκλογές και την αποκατάσταση κάποιων έστω δημοκρατικών αρχών και ενός μεγαλύτερου σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το βέβαιο είναι ότι αυτό που επιτυγχάνει o Ταγίπ Ερντογάν με την απρόβλεπτη και αλαζονική συμπεριφορά του είναι να απομονώνει τη χώρα του πολιτικά και να την πλήττει οικονομικά.