ΑΠΟΨΕΙΣ

Η αυλαία της αμήχανης δύναμης

Την «εποχή Μέρκελ» την όρισε η ίδια η Μέρκελ. Οταν ανέλαβα, είπε πριν από μία εβδομάδα στη συνέντευξή της στη Süddeutsche Zeitung, δεν υπήρχαν smartphones· το Facebook μόλις είχε ξεκινήσει· το Τwitter ιδρύθηκε ένα χρόνο μετά. «Οταν ανέλαβα, η Κίνα είχε ΑΕΠ 2,3 τρισ. και η Γερμανία 2,8· σήμερα το ΑΕΠ της Κίνας είναι 14,7 τρισ. και το δικό μας 3,8».

Δεν είναι τυχαία τα ορόσημα. Επισημαίνουν τη μεγαλύτερη εσωτερική και τη μεγαλύτερη εξωτερική πρόκληση που αντιμετώπισε η δυτική δημοκρατία τα τελευταία 16 χρόνια. Εσωτερικά, τα νέα κανάλια επικοινωνίας που διαβρώνουν το έδαφος της κοινής αντίληψης. Εξωτερικά, οι νέες δυνάμεις που αποδομούν το ευρωατλαντικό μονοπώλιο ισχύος.

Οποια κι αν είναι η ετυμηγορία του για εκείνην, ο ιστορικός δεν θα μπορέσει να αγνοήσει την καγκελάριο. Οι δημοσιογράφοι τη φέρνουν αντιμέτωπη με το σύνηθες κατηγορητήριο: ότι δεν είχε όραμα. Οτι ήταν μια διστακτική διαχειρίστρια και όχι μια γενναία μεταρρυθμίστρια. Οτι η βραδύτητά της κόστισε, παρά ωφέλησε την Ευρώπη. Μη μου ζητάτε να παίξω εγώ τον ιστορικό, απαντά.

Τα ίδια ερωτήματα την καταδίωξαν και στην Αθήνα. Τι της πρέπει; Ο ψόγος επειδή έδεσε την Ελλάδα με τα δεσμά μιας ατελέσφορης λιτότητας; Ή ο έπαινος επειδή κατάφερε τελικά να μην αποβληθεί η Ελλάδα από το ευρώ; Πρέπει να την κατηγορούμε επειδή ήταν ευάλωτη στην κυκλοθυμία της γερμανικής πολιτικής ζωής; Ή να την ευγνωμονούμε επειδή ανέλαβε η ίδια κόστος για να προωθήσει αντιδημοφιλείς στη χώρα της ευρωπαϊκές διευθετήσεις; Δεν πρέπει να της πιστωθεί ότι η Ευρώπη προχώρησε επί των ημερών της σε μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων (ESM), τραπεζική ένωση και, εντέλει, κοινό δανεισμό στην πανδημία; Δεν πρέπει οι Ελληνες να της αναγνωρίσουν ότι στη διελκυστίνδα με τον «δραχμικό» Σόιμπλε, που είχε βρει ανεπίγνωστους συμμάχους στον ελληνικό βολονταρισμό, εκείνη υπήρξε το καθοριστικό αντίβαρο;

Ανακαλώντας τα, όλα αυτά, συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν είναι και τόσο νωρίς για να μετρήσει τον ίσκιο της Μέρκελ. Εχουμε ήδη πολλά, απτά μέτρα για να το δοκιμάσουμε.

Δεν φώναζε. Δεν ρητόρευε. Στις φαρδιές τσέπες του σακακιού που φορούσε τα τελευταία δεκαέξι χρόνια (μόνο το χρώμα εναλλασσόταν) δεν είχε κανένα τρικ. Καμία μαγεία. Και όμως, αυτό ίσως δίνει μεγαλύτερο κύρος στα επιτεύγματά της: πως ό,τι κατάφερε, ήταν αυτοσχέδιο και αδιαφήμιστο. Η κόρη του πάστορα. Η Ανατολικογερμανίδα. Η αμήχανη φυσικός.

«Εμαθα αρκετά από τον Σόιμπλε», λέει. «Και μεταξύ αυτών, το ρητό “respice finem”». Ν’ ανατρέχεις στο τέλος.

Metapsonio

Οταν ζηλεύεις τον εαυτό σου επειδή γλυκοκοιτάζει το είδωλό σου.

Τα ηνία στη φύση

«Να μη συγκρίνετε». Σε όποιον έχει θορυβηθεί με τη στατιστική της πανδημίας, οι κυβερνητικοί παράγοντες επαναλαμβάνουν ότι δεν είμαστε το 2020. Ο χειμώνας του 2021 μάς βρίσκει κατά –βραχεία– πλειοψηφία εμβολιασμένους. Νέοι περιορισμοί ούτε μπορούν ούτε πρέπει να επιβληθούν. Τα μέτρα θα ήταν άδικα, για τους πολλούς που φρόντισαν να μην αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, και δεν θα τηρούνταν. Το ίδιο υποστηρίζεται και για την επέκταση της υποχρεωτικότητας: Θα στοχοποιούσαμε επαγγελματικές ομάδες, χωρίς να έχουμε σημαντικό υγειονομικό όφελος. Τι μένει; Πάλι, η πειθώ. Θα γίνει, λένε, μια ύστατη προσπάθεια κινητοποίησης, με sms και τοπικές καμπάνιες, εκεί όπου εντοπίζονται θύλακοι άρνησης. Ποιο μέσο, όμως, διαθέτει μεγαλύτερη δύναμη πειθούς από το ίδιο το ποσοστό των ανεμβολίαστων που νοσηλεύονται στις ΜΕΘ; Ποιο μέσο μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα αποδώσει, όταν δεν πείθει ούτε ο θάνατος; Ασυναίσθητα, από ηθικοπολιτική κόπωση απέναντι στον αγελαίο παρωπιδισμό, τα ηνία παραδόθηκαν στη φυσική ανοσία.