ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο εκνευρισμός Ερντογάν και η λάθος στρατηγική του

Η ισχύς µιας χώρας είναι το άθροισμα όχι μόνο των στρατιωτικών της δυνατοτήτων, αλλά και των συνεργασιών και συμμαχιών της. Η Ελλάδα, είτε αρέσει στην Τουρκία είτε όχι, είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και έχει στενούς δεσμούς, λόγω και της ελληνικής ομογένειας, με τις ΗΠΑ.

Φυσικά, όπως έχει επισημανθεί πολλάκις, τον δικό μας πόλεμο δεν θα τον πολεμήσει άλλη χώρα. Εκεί θα μετρήσουν οι δικές μας αμυντικές –γιατί επίθεση δεν θα κάνουμε– ικανότητες, που είναι απόρροια του δικού μας οπλισμού και ανθρώπινου δυναμικού. Ωστόσο, οι στενοί –θεσμικοί και παραδοσιακοί– δεσμοί με τις δύο μεγαλύτερες οικονομικές οντότητες του πλανήτη αποτελούν σημαντική παράμετρο της εξίσωσης, που κανείς ανταγωνιστής ή αντίπαλος δεν μπορεί να αγνοήσει.

Είναι ακατανόητος ο εκνευρισμός του Ταγίπ Ερντογάν για τις συμφωνίες της Ελλάδας με τη Γαλλία και την Αμερική. Τον ενοχλούν τα Rafale και τα αναβαθμισμένα F-16, τον ενοχλεί η ρήτρα αμυντικής συνδρομής που περιλαμβάνεται στην ελληνογαλλική συμφωνία, τον ενοχλεί η επιστολή Μπλίνκεν που περιγράφει την Ελλάδα ως πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή και μιλάει για σεβασμό της κυριαρχίας της και της εδαφικής της ακεραιότητας, τον ενοχλεί η αμερικανική παρουσία στην Αλεξανδρούπολη και αλλού…

Ο Τούρκος πρόεδρος θα κέρδιζε, ο ίδιος προσωπικά και, κυρίως, ο λαός του, πολύ περισσότερα εάν αντί των απειλών και του εκνευρισμού, έθετε ως στρατηγικό στόχο την πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεων με την Ελλάδα. Η αποκατάσταση ενός νηφάλιου κλίματος συνεργασίας με την Ελλάδα θα αφαιρέσει ένα «αγκάθι» στη σχέση του με τη Δύση.

Εχουμε και οι δύο να κερδίσουμε από ήρεμα νερά στο Αιγαίο. Σε ένα τέτοιο, διαφορετικό περιβάλλον, η Αθήνα θα λειτουργούσε ως εταίρος της Αγκυρας. Ως χρήσιμη γέφυρα προς την Ε.Ε. Εχει τόσα προβλήματα ο Ερντογάν, εντός και εκτός. Γιατί σπαταλά τόσο πολιτικό κεφάλαιο σε μια κόντρα με την Ελλάδα από την οποία, τελικά, δεν θα αποκομίσει οφέλη;

Η συνεχής αντιπαράθεση με την Ελλάδα κοστίζει στην Τουρκία. Εξ ου και ο εκνευρισμός του Τούρκου προέδρου. Προφανώς, κοστίζει και στην Ελλάδα. Οι εξοπλισμοί είναι οικονομικά εξουθενωτικοί.

Αλλά η προσέγγισή του είναι εσφαλμένη. Μπορεί να έχει απήχηση στα εθνικιστικά ανακλαστικά μέρους της τουρκικής κοινωνίας, πρωτίστως τους ακροδεξιούς οπαδούς του συμμάχου του Μπαχτσελί, αλλά δεν υπηρετεί τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας του, που προσβλέπει, και σωστά, σε μια ιδιαίτερη σχέση με την Ε. Ε.

Αν δεν έχει στο τραπέζι το casus belli, αν δεν απειλεί στο Αιγαίο, αν δεν υπογράφει μνημόνια με τη Λιβύη που καταπατούν τα κυριαρχικά δικαιώματα ελληνικών νησιών, αν δεν παραβιάζει την ΑΟΖ της Κύπρου, ενός επίσης μέλους της Ε.Ε., τότε πολλά μπορούν να συμβούν. Γιατί ως λαοί όντως έχουμε πολλά κοινά. Και ως κράτη μπορούμε να έχουμε και κοινά συμφέροντα.

Το βέβαιο είναι πως κανείς Ελληνας πρωθυπουργός, ακόμη και αν είχε την πρόθεση να τολμήσει βήματα που άλλοι έχουν αποφύγει, δεν θα το κάνει υπό την απειλή πολέμου. Θα ήταν αυτοκαταστροφικό.

Από την άλλη, αν αλλάξει τακτική ο κ. Ερντογάν, αν κατεβάσει τους τόνους, αν προσεγγίσει την Αθήνα ως ισότιμο συνομιλητή, αναγνωρίζοντας την ισχύ και τον περιφερειακό ρόλο της, τότε και η Ελλάδα θα ανταποκριθεί. Και αυτό θα είναι προς όφελος και των δύο χωρών.