ΑΠΟΨΕΙΣ

Το ΚΙΝΑΛ και η σκιά ΣΥΡΙΖΑ

Η μεγάλη συναισθηµατική φόρτιση που δημιούργησε ο τόσο πρόωρος θάνατος της Φώφης Γεννηματά, το άνοιγμα του εσωκομματικού ανταγωνισμού και, προπάντων, η υποψηφιότητα-έκπληξη του Γιώργου Παπανδρέου έφεραν –με τρόπο δυστυχώς δραματικό, αλλά πολιτικά εντυπωσιακό– στο κέντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος τις εσωκομματικές εκλογές στο ΚΙΝΑΛ. Και όμως, πριν από τη φρενήρη αυτή αλληλουχία γεγονότων τίποτε δεν έδειχνε ότι το Κίνημα «κινείται». Καμία από τις έρευνες που έχω υπόψη μου δεν είχε καταγράψει πρόδρομα σημάδια αξιόλογης ανάκαμψης του ΚΙΝΑΛ – και αυτό παρά την παρατεταμένη, μετά το 2019, έλλειψη ελκτικότητας του ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο, η ανοδική σταθεροποίηση του ΚΙΝΑΛ, προϊόν της πολιτικής της Φώφης, θα ήταν λάθος να υποτιμηθεί. Το ΠΑΣΟΚ ξέφυγε τον μεγάλο κίνδυνο (μόλις 4,68% τον Ιανουάριο 2015) στην κρίσιμη για το κόμμα αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2015. Τον Σεπτέμβριο, η τότε ΔΗ.ΣΥ. (6,28%) επικράτησε του Ποταμιού και έλυσε οριστικά υπέρ του σημερινού ΚΙΝΑΛ το πρόβλημα της κυριαρχίας στον ενδιάμεσο χώρο. Εμπέδωσε, δε, το ΚΙΝΑΛ τον ρόλο του ως τρίτο κόμμα –με σημαντική διαφορά από το τέταρτο– στις εκλογές του 2019. Σήμερα, από τα τρία σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που κατέρρευσαν (το ΠΑΣΟΚ, το γαλλικό PS και το ολλανδικό PvdA – το περίφημο φαινόμενο της pasokification) μόνο το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ έχει καταφέρει να σταθεροποιηθεί (με το PvdA να βρίσκεται στη χειρότερη κατάσταση). «Λίγο», θα πουν εύλογα κάποιοι. Λίγο, αλλά κρίσιμο. Στην εκλογική ανάλυση το «κρίσιμο» δεν είναι ποτέ «λίγο».

Παρά την ανοδική σταθεροποίηση, οι αδυναμίες του ΚΙΝΑΛ, ιδιαίτερα για κόμμα που διεκδικεί το σοσιαλδημοκρατικό brand name, είναι μεγάλες. Η εκλογική του γεωγραφία παραπέμπει σε δομή «κόμματος περιφέρειας». Με εκλογικές επιδόσεις στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη αρκετά κάτω του εθνικού μέσου όρου, με πιο ενδεικτική την πολύ κακή επίδοση στην άλλοτε «δική του» Β΄ Πειραιώς (μόλις 5,09% έναντι 38,22% του ΣΥΡΙΖΑ), το ΚΙΝΑΛ διαφέρει σημαντικά από την «παράταξη των πόλεων» που ήταν πάντα η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Η δε ηλικιακή κατανομή των ψηφοφόρων του δεν αποτελεί εκδήλωση ζωτικότητας και δυναμισμού.

Μπορεί ένα κόμμα με αυτά τα χαρακτηριστικά να πλήξει, και μάλιστα καίρια, τον κεντρικό ανταγωνιστή, τον ΣΥΡΙΖΑ; Κατηγορηματικά όχι. Ιδιαίτερα εάν ληφθούν υπόψη τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αποτυπώθηκαν το 2019. Σε μια εποχή που η σοσιαλδημοκρατία έχει απολέσει μέγα τμήμα των εργατικών –λαϊκών– της στηριγμάτων και, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, την επιρροή της στις νεότερες ηλικίες, ο ΣΥΡΙΖΑ, κόντρα στην ευρωπαϊκή τάση και παρά την εφαρμογή μνημονίου, διατήρησε το σημαντικότερο μέρος της διείσδυσής του στις λαϊκές γειτονιές, στους μισθωτούς και στις νέες ηλικίες (ενδεικτικά: 37% στους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, 38% στις ηλικίες 17-24, 42% μεταξύ των ανέργων). Ακόμη και αν μια νέα ελκτική ηγεσία κατάφερνε να «επαναπατρίσει» στο ΚΙΝΑΛ ένα τμήμα παλαιών εκλογέων του ΠΑΣΟΚ, θα ήταν δύσκολο να αποσταθεροποιήσει τον κεντρικό πυρήνα της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς όμως αποσταθεροποίηση του πυρήνα, εκλογική ανατροπή δεν γίνεται.

Επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ισχυρό κόμμα, ένα από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ελληνικό εκλογικό νόμο, ο οποίος ισχυροποιεί τους εκλογικά ισχυρούς. Οι αριθμοί όμως είναι αριθμοί. Και οι αριθμοί δίνουν –εντός του πεδίου των μη δεξιών δυνάμεων– ένα ισχυρό πλεονέκτημα θέσης στον ΣΥΡΙΖΑ. Η εκλογική επιρροή του απέχει τόσο πολύ από εκείνη του τρίτου κόμματος ώστε να επωφελείται αυτός, και μόνον αυτός, από τη λογική της χαμένης ψήφου – όπως ακριβώς συνέβαινε με το ιστορικό ΠΑΣΟΚ. Το πλεονέκτημα θέσης του ΣΥΡΙΖΑ είναι φυσικά αναστρέψιμο. Εντούτοις, οι ανατροπές της εκλογικής τάξης δεν είναι συχνό φαινόμενο και η ανατροπή της μεγάλης ανατροπής που έφερε στο κομματικό σύστημα η περίοδος 2012-2019 δεν είναι το πιθανότερο σενάριο – παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει πολλά για να τη διευκολύνει. Ο στόχος της «μεγάλης επιστροφής» είναι πολύ δύσκολα επιτεύξιμος για το ΚΙΝΑΛ.

Παράθυρο ευκαιρίας

Η μεγάλη ιστορική τάση δείχνει ότι ο ενδιάμεσος χώρος επιβλήθηκε ως κεντρική δύναμη μόνον όταν έτεινε να λειτουργήσει ως Κεντροαριστερά.

Τα άλλοτε κραταιά κόμματα της ευρωπαϊκής Αριστεράς και Δεξιάς έχουν εξασθενίσει και ο χώρος για μικρότερους παίκτες είναι μεγαλύτερος από ποτέ. Το ίδιο έχει συμβεί και στην Ελλάδα. Η δε Αριστερά στην Ευρώπη είναι πλέον τριμερώς –όχι διμερώς, όπως στο παρελθόν– δομημένη (σοσιαλδημοκρατία, Ριζοσπαστική Αριστερά, Πράσινοι), τάση που διευρύνει περαιτέρω το πεδίο για μικρότερα κόμματα αλλά και καθιστά αναπόφευκτες τις συγκλίσεις και συνεργασίες. Συνεπώς το ΚΙΝΑΛ δεν κινδυνεύει, παρά μόνον από τον κακό εαυτό του και τις εσωτερικές διαιρέσεις του.

Υπάρχει λοιπόν ένας χώρος και ένας ρόλος για το ΚΙΝΑΛ. Οπως ιστορικά υπήρξε χώρος και ρόλος για τα ηττημένα φιλελεύθερα κόμματα μετά την επέλαση, προς το τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, της σοσιαλδημοκρατίας. Ο ρόλος αυτός μπορεί να αποδειχτεί σε ορισμένες συγκυρίες σημαντικός (και εκλογικά). Το παρόν πάντως σχήμα του ΚΙΝΑΛ, παρά τους μικρομεγαλισμούς της περιόδου, δεν έχει ούτε πλεονέκτημα θέσης στο κομματικό πεδίο, ούτε πλεονέκτημα δημογραφικό ή γεωγραφικό, ούτε υπερέχουσες ιδέες, ούτε την οργανωτική ισχύ για να λειτουργήσει ως «μεγάλος μετασχηματιστής» στο εσωτερικό του μη δεξιού πολιτικού πεδίου. Μένει να φανεί, σε μια εποχή που οι ηγέτες μετρούν πιο πολύ από ποτέ, αν θα αποκτήσει ή όχι το πλεονέκτημα ηγεσίας.

Υπάρχει, εντούτοις, ένα πολύ μικρό παράθυρο ευκαιρίας για το ΚΙΝΑΛ: η παράταση και στο μέλλον των αδυναμιών του επιτελείου του ΣΥΡΙΖΑ. Μετά τις εκλογές του 2019 ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε εύλογα σε μειονεκτική θέση, και λόγω της ήττας και λόγω της περιόδου χάριτος για τη νέα κυβέρνηση και λόγω της υγειονομικής κρίσης που έδινε αποφασιστικά την πρωτοβουλία χειρισμών στην κυβέρνηση. Το επιτελείο του, και αν ακόμη είχε παραγάγει νέα ατζέντα, δεν θα ανέτρεπε, πάντως όχι εύκολα, την πρωτοκαθεδρία της Ν.Δ. Ωστόσο ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτό είναι το μείζον, δεν παρήγαγε εμπιστοσύνη. Η δε αντιπολίτευσή του, παρότι συχνότατα σωστή, καταγράφηκε ως «εύκολη», αποσπασματική και μη επαγγελματική, στερούμενη σταθερής ρητορικής και ιδεολογικής πλαισίωσης. Βέβαια, το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα έχει μετρίως εξασθενήσει, αλλά αυτό προπάντων οφείλεται σε ισχυρές ανεπάρκειες ή σε «υπερσυντηρητικές», για τα κριτήρια μεγάλου τμήματος του πληθυσμού, επιλογές της κυβέρνησης. Η ενδεχόμενη μακρά παράταση της εν λόγω επιτελικής αδυναμίας θα μπορούσε στο μέλλον να ευνοήσει το ΚΙΝΑΛ, αν το τελευταίο αποκτήσει αποτελεσματική ηγεσία. Ωστόσο, δεν είμαστε καθόλου εκεί σήμερα. Ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει κυρίαρχος στην Κεντροαριστερά/Αριστερά, ο ηγέτης του ξέρει να παλεύει τις δύσκολες παρτίδες, και η φθορά της κυβέρνησης είναι πιθανό να δυναμώσει την κυριαρχία αυτή.

Οι έρευνες κοινής γνώμης δείχνουν ότι το εκλογικό σώμα του ΚΙΝΑΛ είναι πιο κοντά ιδεολογικοπολιτικά στη Ν.Δ. παρά στον ΣΥΡΙΖΑ. Η μεγάλη όμως ιστορική τάση, από τον Πλαστήρα, τον Γεώργιο Παπανδρέου της δεκαετίας του ’60 μέχρι τον Ανδρέα της μεταπολίτευσης, δείχνει ότι ο ενδιάμεσος χώρος επιβλήθηκε ως κεντρική δύναμη μόνον όταν έτεινε να λειτουργήσει ως Κεντροαριστερά. Πρόκειται για βαριά τάση. Αν το ΚΙΝΑΛ επιλέξει να κινηθεί σε μια πιο αμιγώς κεντρώα κατεύθυνση θα υπονομεύσει με καθοριστικό τρόπο το μέλλον του. Και θα προσφέρει ένα σημαντικό δώρο στη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση. Ο,τι κι αν λένε οι δημοσκοπήσεις του παρόντος χρόνου.

Μια προεδρική εκλογή είναι η συνάντηση ενός ανθρώπου και ενός προγράμματος με το εκλογικό σώμα. Το ταλέντο, η ορμή και η προσωπική performance είναι συχνά καθοριστικά. Ο ηγέτης που προκαλεί κύμα συσπείρωσης και δυναμική δεν είναι πάντα αυτός που έχει το καλύτερο πρόγραμμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η απουσία προγράμματος αποτελεί προσόν και ταλέντο. Η αναγέννηση της άλλοτε κραταιάς Κεντροαριστεράς αποτελεί κεντρικό στόχο όλων των υποψηφίων, και αυτών που έχουν πρόγραμμα και εκείνων που δεν έχουν. Δεν αποτελεί, ωστόσο, κεντρική υπόθεση εργασίας των γραμμών που προηγήθηκαν. Στην πολιτική βέβαια όλα είναι δυνατά. Δεν είναι όμως όλα εξίσου δυνατά.

* Ο κ. Γεράσιμος Μοσχονάς είναι καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.