ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Τουριστικός ακτιβισμός

Η επίθεση της Ολλανδής δημοσιογράφου στον Κυριάκο Μητσοτάκη πριν από μερικές μέρες, με αφορμή το προσφυγικό ζήτημα, αντικατοπτρίζει τον τρόπο με τον οποίο πολλοί άνθρωποι από το εξωτερικό βλέπουν την Ελλάδα: ως ένα τουριστικό πεδίο ανέξοδης σύγκρουσης, διαμαρτυρίας και ακτιβισμού. Στο μυαλό τους, η Ελλάδα δεν έχει δικαιώματα, συμφέροντα και ιδιαιτερότητες. Δεν έχει το ελεύθερο να αποφασίζει για τον εαυτό της. Δεν είναι κανονικό κράτος, όπως άλλα κράτη στη Δύση, τα οποία μπορεί και να εμπνέουν μια κάποια σεμνότητα ή ακόμη και σεβασμό. Η χώρα υπάρχει ως εξωτική επαρχία που παίρνει τη μορφή που επιθυμούν οι «πολιτισμένοι ξένοι», όταν την επισκέπτονται. Μια επαρχία που έχει χρέος να ικανοποιεί την ανάγκη τους να ξεσπάσουν, να συνετίσουν, να αισθανθούν ανώτεροι. Ανάμεσα στα αρχαία ερείπια, στις κρυστάλλινες θάλασσες, στα ταβερνάκια, στο τζατζίκι και στα τσαρούχια, αυτοί οι άνθρωποι εντοπίζουν μια θεατρική σκηνή ανοιχτή στο κοινό, ιδανική για να ζήσουν τον μύθο τους αυτοσχεδιαστικά. Η Ελλάδα δεν είναι αληθινή· είναι εκεί όπου πηγαίνουν να ζήσουν όπως δεν επιτρέπεται να ζήσουν αλλού.

Κουλτούρα Twitter

Η παρουσία της Ολλανδής δημοσιογράφου στην κοινή συνέντευξη Τύπου Μητσοτάκη – Ρούτε στο Μαξίμου δεν ήταν δημοσιογραφική· δημοσιογραφία σημαίνει έρευνα, στοιχεία, δεοντολογία, αντικειμενικότητα, σωστός χρονισμός. Ηταν ένα είδος περφόρμανς με όλα εκείνα τα εκρηκτικά στοιχεία που χρησιμοποιούν οι λαϊκιστές και τα τρολ για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους και να κερδίσουν συμπάθεια. Θα μπορούσε να είναι μια συμμετοχή σε αντιμνημονιακό πάνελ μία δεκαετία πριν: ύβρεις, κατηγορίες, προσωπικές αναφορές, αγένεια, ύφος και αισθητική λαοπρόβλητου επαναστάτη που τον πνίγει το δίκιο του. Το απρεπές λογύδριο της Ινγκεμπορχ Μπέχελ –ένα συνονθύλευμα συνωμοσιολογίας και ρητορικών ερωτημάτων– λειτούργησε σαν καρικατουρίστικη ενσάρκωση του βαθέος πολιτικού Twitter. Προπάντων, όμως, διαμόρφωσε ένα προσβλητικό πλαίσιο επικοινωνίας, το οποίο κανείς δεν υποχρεούται να αποδεχθεί.

Θεσμός ως αυταξία

Ο λόγος που πολλοί αδυνατούν να καταλάβουν πόσο προβληματική ήταν η τοποθέτηση της δημοσιογράφου εναντίον του Μητσοτάκη, πόσο προβληματικό δηλαδή ήταν να τον κατηγορήσει για ψευδολογία, ναρκισσισμό και παράνομες επαναπροωθήσεις, είναι ότι προσωποποιούν το περιστατικό, άρα το φορτίζουν με υποκειμενικές συμπάθειες και αντιπάθειες. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι η Μπέχελ δεν επιτέθηκε στον Μητσοτάκη, γιατί ο Μητσοτάκης στο Μαξίμου δεν είναι ο Μητσοτάκης. Επιτέθηκε στον πρωθυπουργό. Μπροστά, όμως, σε έναν ανώτατο θεσμό, που σου χαρίζει το προνόμιο της πρόσβασης σε αυτόν, οφείλεις τη σοβαρότητα που οφείλεις και σε εκείνους που ο θεσμός εκπροσωπεί. Δεν είναι θέμα προσώπων, είναι θέμα αρχής: η διάκριση μεταξύ του φωνακλά που κυνηγάει εντυπώσεις, από τον επαγγελματία που κάνει τη δουλειά του. Είναι βέβαια και θέμα καλών τρόπων.

Ορια στην κακοήθεια

Αντίστοιχα εξηγείται και η αντίδραση Μητσοτάκη στο γεγονός. Ακόμη και ο πιο ανεξίκακος πρωθυπουργός στον κόσμο οφείλει να προστατεύσει το κύρος του, όχι από εγωισμό, αλλά επειδή ό,τι το πλήττει, πλήττει εξ αντανακλάσεως το κράτος και τους πολίτες των οποίων ο πρωθυπουργός προΐσταται. Επικρατεί μια σύγχυση ως προς τους ρόλους και τους κανόνες: ο πρωθυπουργός δεν είναι δάσκαλος ενώπιον μικρών παιδιών για να ανέχεται συναισθηματικές εξάρσεις χαμογελώντας, ούτε άνκορμαν που κατευνάζει τον οξύθυμο καλεσμένο. Οι «αμαρτίες» που τον βαραίνουν, αν τον βαραίνουν, δεν νομιμοποιούν αγοραίες αντεγκλήσεις και δεν γεννούν κάποια υποχρέωση εκ μέρους του να πνίξει την κακοήθεια των άλλων στο μέλι. Οι πολιτικές διαφωνίες με τον πρωθυπουργό είναι απολύτως θεμιτές, η ελευθερία του δημοσιογράφου να τον στριμώξει είναι αδιαπραγμάτευτη, αλλά η ηθική στάση απέναντί του πρέπει να είναι ίδια με την ηθική στάση που κρατάμε απέναντι στη δημοκρατία που τον πλαισιώνει θεσμικά. Διαφορετικά, η ύπαρξή του δεν έχει νόημα. Ας αναθέσουμε την πρωθυπουργία σε μια εταιρεία δημοσίων σχέσεων.

Μαχητική υπεραπλούστευση

Η διαχείριση του προσφυγικού, πέρα από τη νομική διάσταση και τα πραγματικά περιστατικά του (Γίνονται όντως pushbacks; Πώς το γνωρίζουν αυτοί που τα καταγγέλλουν; Πώς γίνεται να βρίσκονται πάντα στο σωστό σημείο τη σωστή στιγμή για να τα βλέπουν;), αγγίζει και παραμέτρους με τις οποίες οι έξαλλες προσωπικότητες με τα έξαλλα καπέλα προτιμούν να μην ασχολούνται: τα κράτη και οι κοινωνίες δεν έχουν ανεξάντλητες δυνατότητες και αντοχές· η προσφυγική κρίση τα επιβαρύνει με τρόπους που δεν αντιλαμβάνονται όσοι βρίσκονται κοντά στο πρόβλημα μόνο για να το καταγγείλουν. Επιπλέον, οι πρόσφυγες δεν είναι ούτε αντικείμενα ούτε τρόπαια για να τους περιφέρουμε ή να τους τοποθετούμε όπου νομίζουμε· έχουν και δική τους βούληση, η οποία ενδέχεται να μη συμπίπτει με τη δική μας αντίληψη περί ορθού και σκόπιμου. Κοντολογίς, η κατάσταση ενέχει περισσότερες περιπλοκές απ’ όσες χωράει μια δημόσια λεκτική ενέδρα.

Υποπτη μεροληψία

Με τούτα και μ’ εκείνα, ίσως ήρθε η στιγμή να συμφωνήσουμε επιτέλους ότι οι καταγγελίες κατά της ελληνικής πολιτικής στο προσφυγικό είναι μεν καλοδεχούμενες, αλλά αν δεν συνοδεύονται από καταγγελίες εναντίον όσων δημιουργούν τις προσφυγικές ροές, όσων τις εκμεταλλεύονται πολιτικά κι όσων πλουτίζουν από αυτές, προκύπτουν μάλλον από ιδιοτέλεια παρά από ανθρωπισμό.