ΑΠΟΨΕΙΣ

Εβρος, Μεσόγειος, Πολωνία

Βλέπεις µεσοπέλαγα, στη φουρτούνα, µια σάπια βάρκα φορτωμένη. Βλέπεις μωρά. Τι κάνεις; Τ’ αφήνεις να πνιγούν;

Αν αποφλοιώσεις τον ακτιβιστικό ανθρωπισμό από τις συνθηματολογικές του περιφράσεις, στο τέλος μένει αυτό το στοιχειώδες ερώτημα: Εγκαταλείπουμε ανθρώπους στα κύματα; Εύκολο ερώτημα. Κανείς δεν χρειάζεται να σκεφτεί τι θα έκανε αν βρισκόταν αντιμέτωπος με τέτοια ανάγκη. Αυτό το ερώτημα, λένε, δεν μπορεί παρά να υπαγορεύει και την πολιτική μας. Δεν σπρώχνουμε βάρκες πίσω. Είναι απάνθρωπο.

Ο αντίλογος συνήθως επικαλείται την αντικειμενική αδυναμία της Ευρώπης να δεχτεί όσους της χτυπούν την πόρτα. Επικαλείται ακόμη και τη δημοκρατική της ευπάθεια, καθώς η μετανάστευση διεγείρει ταυτοτικές αλλεργίες ακόμη κι εκεί που υπάρχουν οι υλικές προϋποθέσεις υποδοχής του ξένου. Από τη μία ορθώνεται η ηθική αγανάκτηση του ανθρωπισμού. Και από την άλλη, η στυγερή λογική της Realpolitik. Από τη μία, η Ολλανδή ακτιβίστρια. Από την άλλη, ο πρωθυπουργός.

Κι όμως, το δίλημμα της ξυλάρμενης βάρκας δεν απαντάται μόνο διαζευκτικά – είτε με τον ανθρωπισμό της διάσωσης είτε με τον κυνισμό της επαναπροώθησης. Υπάρχει και ανθρωπιστικός αντίλογος, πιο σύνθετος από την ενστικτώδη ηθικολογία.

Το 2016 ήταν η χρονιά με τους περισσότερους πνιγμούς στην Κεντρική Μεσόγειο: 4.600. Ηταν επίσης η χρονιά με τις περισσότερες επιχειρήσεις διάσωσης από την Ιταλία: 180.000 είχαν περισυλλεγεί και μεταφερθεί στην Ευρώπη. Το 2020 οι διασώστες μετέφεραν 34.000. Μετρήσαμε 1.000 απώλειες. Τι μας λένε αυτά τα στοιχεία – που επικαλείται ο Gerald Knaus, επικεφαλής του European Stability Initiative και εμπνευστής της συμφωνίας Ε.Ε. – Τουρκίας; Τι μας δείχνει αυτή η αναλογία μεταξύ διασώσεων – πνιγμών; Μάλλον ότι όσο διατηρούνται ανοιχτές οι δίοδοι παράνομης μετανάστευσης, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να χαθούν ζωές. Οσο ενθαρρύνονται οι βάρκες, τόσο βρίσκει ανθρώπινη ύλη το φονικό δουλεμπόριο.

Αυτό που στο ατομικό επίπεδο είναι ηθικώς αυτονόητο –να σώσεις αυτόν που κινδυνεύει μπροστά στα μάτια σου–, όταν προβάλλεται αυτομάτως στο επίπεδο της πολιτικής αποβαίνει απάνθρωπο.

Ομηρος της ίδιας παρεξήγησης είχε πέσει ο πολιτικά τυφλός ανθρωπισμός και στην περίπτωση του Εβρου: Ζητούσε να ανοίξουν τα σύνορα, αδιαφορώντας ότι αυτό θα σήμαινε δικαίωση της ερπυστριοποίησης των ανθρώπων από ένα ανελεύθερο καθεστώς που σκόπευε έτσι να κλονίσει την ευρωπαϊκή δημοκρατία.

Ο,τι απέτυχε στον Εβρο επαναλαμβάνεται στα δάση της ανατολικής Πολωνίας. Τα καθεστώτα τύπου Λουκασένκο και Ερντογάν θέλουν να σύρουν την Ε.Ε. σε έναν ανταγωνισμό βαρβαρότητας – τι θα κάνετε με τις ανθρωποβόμβες που σας εκσφενδονίζουμε;

Η Ε.Ε. είχε ενάμιση χρόνο για να αξιοποιήσει την πείρα του Εβρου. Για να αναθεωρήσει τη μεταναστευτική της πολιτική, να φτιάξει δομές συνεργασίας με τις γειτονεύουσες χώρες, να ανοίξει νόμιμες διόδους παροχής ασύλου.

Ευτυχώς, η Ελλάδα δεν περίμενε αυτή τη φορά την Ευρώπη

Δευτερότριτος

Βλέπεις τα γκάλοπ για το ΚΙΝΑΛ και θυμάσαι τον μακαρίτη τον Χρήστο Κυριαζή που τραγουδούσε «Άλλο τι θέλω, άλλο τι μπορώ».

Θυμοί

Τον πρωθυπουργό που συνοφρυώνεται και υψώνει τον τόνο της φωνής του, όπως εμφανίστηκε στην επεισοδιακή συνέντευξη Τύπου με τον Ολλανδό ομόλογό του, οι συνεργάτες του τον είχαν ξαναδεί. Είχαν ξαναδεί τον Μητσοτάκη να θυμώνει κανονικά – όχι όπως «θυμώνει» για να υπηρετήσει, με σκηνική υπερπροσπάθεια, τις ανάγκες των κοινοβουλευτικών αντιπαραθέσεων. Η εικόνα της Τρίτης, περιέργως, τους ενθουσίασε. Δεν είδαν απλώς ένα Μητσοτάκη μαινόμενο, αλλά ένα Μητσοτάκη λυόμενο – απελευθερωμένο από το κοστούμι του ψυχρού, άνιωθου ελιτιστή που του έχουν ράψει οι αντίπαλοί του. Γι’ αυτό και, παρά την αρχική αμηχανία, εκτιμούσαν ότι η υπέρβαση του πρωτοκόλλου έκανε καλό στην πρωθυπουργική εικόνα – όχι μόνο επειδή αποτέλεσε επικοινωνιακή όαση στον ζόφο της πανδημικής επικαιρότητας, αλλά και ανεξάρτητα, επειδή αυτό το «κοστούμι» έδειξε ικανό για γνήσια αγανάκτηση. Η άλλη ανάγνωση είναι ότι το απροσχεδίαστο σκετς που παίχτηκε στο Μαξίμου επανέλαβε ένα δοκιμασμένο μοτίβο: ένας εύθραυστος εθνικός εγωισμός πάντα έτοιμος να θιχτεί· πάντα έτοιμος να «προσβληθεί» και να «ξεσπάσει». Η δεύτερη ανάγνωση δεν αναιρεί την πρώτη.