ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κύκλος απαξίωσης πολιτικής και ενημέρωσης

Η πολιτική ταραχή που προκλήθηκε από την αλλαγή ενός άρθρου του Ποινικού Κώδικα που αφορά τη διασπορά ψευδών ειδήσεων και από μια ερώτηση/καταγγελία δημοσιογράφου προς τον πρωθυπουργό είναι μόνο τα πιο πρόσφατα παραδείγματα για το πώς η ποιότητα της ενημέρωσης των πολιτών καθορίζεται από την πόλωση και πώς αυτή συμβάλλει στην περαιτέρω υπονόμευση της εμπιστοσύνης στην πολιτική και στα μέσα ενημέρωσης. Ετσι οδηγούμαστε σε ολοένα βαθύτερο διχασμό. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, ούτε ευθύνονται ένας ή δύο μόνο παράγοντες. Θα ελπίζαμε, όμως, ότι με τις σοβαρότατες απειλές που αντιμετωπίζει η χώρα, η ενημέρωση θα μπορούσε να ξεφύγει από το πλαίσιο καχυποψίας και επιθετικότητας που καθηλώνει τη δημόσια συζήτηση και εμποδίζει τη λύση κάθε προβλήματος.

Είναι προφανές τον τελευταίο καιρό ότι η διασπορά ψευδών ειδήσεων, μέσω «παραδοσιακών» μέσων, ιστοτόπων και κοινωνικών δικτύων, δυσχεραίνει τον αγώνα εναντίον της πανδημίας και ότι απαιτείται νομική απάντηση. Επίσης, η πίεση από μετανάστες και πρόσφυγες στα σύνορα, με την ενθάρρυνση, αν όχι την ώθηση της Αγκυρας, προκαλεί σκληρή αντίδραση από την ελληνική πλευρά, με τακτικές καταγγελίες για «επαναπροωθήσεις» ανθρώπων προς την Τουρκία. Η μάχη κατά της πανδημίας και η υπεράσπιση των συνόρων μπορούν –και οφείλουν– να διεξαχθούν χωρίς να κινδυνεύσουν η ελευθερία του Τύπου, οι κανόνες ανθρωπισμού και το διεθνές δίκαιο. Ομως, με την ένταση που προκαλείται από κάθε κίνηση της κυβέρνησης, με την οργίλη καταγγελία της αντιπολίτευσης και των μέσων ενημέρωσης που πρόσκεινται σε αυτήν, και την αντίστοιχη απάντηση της άλλης πλευράς, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πού υπάρχει η πρόοδος και πού ο κίνδυνος. Η σύγχυση οδηγεί είτε στην αδιαφορία είτε στην άκριτη υιοθέτηση των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευράς. Ετσι ενισχύεται η νοοτροπία που βρίσκεται στη ρίζα του προβλήματος της διαχείρισης της πανδημίας: υπάρχουν άνθρωποι που ό,τι και αν τους πει κανείς, δεν εμπιστεύονται ούτε αρχές, ούτε ειδικούς, ούτε μέσα ενημέρωσης. Και η καθημερινότητα «επιβεβαιώνει» τις υποψίες τους.

Η μάχη κατά της πανδημίας και η υπεράσπιση των συνόρων οφείλουν να διεξαχθούν χωρίς να κινδυνεύσουν η ελευθερία του Τύπου, οι κανόνες ανθρωπισμού και το διεθνές δίκαιο.

Οσα και αν είναι τα προβλήματα και οι αδυναμίες των μέσων ενημέρωσης, η πληροφόρηση των περισσοτέρων όσον αφορά την πανδημία ήταν, ως επί το πλείστον, υπεύθυνη. Οσο περνάει ο καιρός, όμως, η αξιωματική αντιπολίτευση κλιμακώνει τις καταγγελίες ότι τα μέσα ενημέρωσης είναι αναξιόπιστα επειδή «εξαγοράστηκαν» από την κυβέρνηση όταν αυτή διένειμε 31 εκατ. ευρώ για τις εκστρατείες ενημέρωσης «Μένουμε Σπίτι» και «Μένουμε Ασφαλείς». Οταν δόθηκαν αυτά τα χρήματα, το κλείσιμο της αγοράς είχε στοιχίσει στα μέσα ενημέρωσης έως και το 90% των εσόδων από διαφήμιση σε κάποιες κατηγορίες. Μετά την οικονομική κρίση και την ανάδυση των ψηφιακών μέσων ενημέρωσης και κοινωνικών δικτύων, η πανδημία θα ήταν το τελειωτικό χτύπημα για πολλά μέσα ενημέρωσης. Ομως, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο τρόπος που διανεμήθηκε η βοήθεια, με κάποια «αντιπολιτευόμενα» μέσα να λαμβάνουν δυσανάλογα λίγα ή καθόλου χρήματα, δεν ήταν ορθός. Αυτό είχε υψηλό κόστος για την αξιοπιστία όλων των μέσων. Οποτε μέσα ενημέρωσης τοποθετηθούν με τρόπο που δεν αρέσει στην αντιπολίτευση, ακούγεται η καταγγελία για τη «Λίστα Πέτσα». Κορύφωση της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η υπερψήφιση, προχθές, της πρότασης για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής για τη διερεύνηση «επιχείρησης πολιτικής χειραγώγησης της κοινής γνώμης, ευτελισμό των θεσμών και κατασπατάληση δημοσίου χρήματος».

Σε αυτό το κλίμα ήρθε και η αλλαγή του άρθρου 191 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο διευκρινίζει ότι «Οποιος δημόσια ή μέσω του Διαδικτύου διαδίδει ή διασπείρει με οποιονδήποτε τρόπο ψευδείς ειδήσεις που είναι ικανές να προκαλέσουν ανησυχίες ή φόβο στους πολίτες ή να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην εθνική οικονομία, στην αμυντική ικανότητα της χώρας ή στη δημόσια υγεία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή». Οι ποινές διπλασιάζονται για όποιον επαναλαμβάνει την πράξη. Τα ίδια ισχύουν για τους ιδιοκτήτες ή εκδότες των μέσων. Η αντιπολίτευση, οι ενώσεις συντακτών, εισαγγελέων και δικαστών κ.ά. επισημαίνουν ασάφεια που μπορεί να οδηγήσει σε λογοκρισία. Οταν, όμως, λειτουργεί ανεξάρτητη Δικαιοσύνη δεν δικαιολογείται η επιμονή του ΣΥΡΙΖΑ, με κάθε ευκαιρία, περί «ορμπανοποίησης». Η ανάγκη να στηρίξει αυτή τη στρατηγική προφανώς προκάλεσε τον ενθουσιασμό με τον οποίο στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και τα μέσα που πρόσκεινται σε αυτόν χαιρέτισαν τη λεκτική επίθεση που δέχτηκε την Τρίτη ο πρωθυπουργός, ενώ στηλίτευσαν την αντίδρασή του.

Βλέπουμε συνεχώς ότι ο δημόσιος διάλογος υπονομεύει περαιτέρω την ήδη κλονισμένη εμπιστοσύνη στην πολιτική και στα μέσα ενημέρωσης. Το χάσμα διευρύνεται και μαζί του μεγαλώνει και η αβεβαιότητα όσων δεν είναι ταγμένοι στη μία ή στην άλλη πλευρά. Θετικό είναι ότι οι περισσότεροι καταλαβαίνουν πού γίνεται σοβαρή προσπάθεια, πού υπάρχουν λάθη και αστοχίες, ποιες είναι κακόβουλες υπερβολές. Οσο επιδεινώνεται το κλίμα, όμως, και οι πιο ψύχραιμοι θα αναρωτιούνται ποια είναι η αλήθεια, ποιος λέει ψέματα και ποιος όχι. Πώς θα πεισθούν αυτοί που όταν ξέσπασε η πανδημία ήδη βρίσκονταν στα άκρα του πολιτικού φάσματος και σε ένα σύμπαν γεμάτο εχθρούς και δαίμονες, που επιμένουν ότι ουδείς θα τους κάνει να αλλάξουν γνώμη, να ασπαστούν τον εμβολιασμό; Οταν απαξιώνονται πολιτική και μέσα ενημέρωσης, ποια όπλα διαθέτει η κοινωνία;