ΑΠΟΨΕΙΣ

Κι όμως, όσα φέρνει ο χρόνος δεν τα φέρνει η ώρα!

Θυμάστε εκείνους τους Σουηδούς ειδικούς σε θέματα δημόσιας υγείας που προειδοποιούσαν πως η πανδημία δεν είναι αγώνας εκατό μέτρων αλλά μαραθώνιος, και ως εκ τούτου κυβερνήσεις και κοινωνίες θα έπρεπε να οπλιστούν με υπομονή και να προετοιμαστούν με βάση έναν μακρύ χρονικό ορίζοντα;

Εμείς πάλι σε αυτή την πανδημία δείξαμε πως είμαστε οπαδοί του «όσα φέρνει η ώρα», ανυπόμονοι και κυκλοθυμικοί. Ετοιμοι να ενθουσιαστούμε ή να απογοητευτούμε γρήγορα. Υστερούμε σε υπομονή και συστηματικότητα. Το αντίθετο των Σουηδών δηλαδή.

Ενάμιση χρόνο απέχουμε μόλις από τότε, που κυβέρνηση, ΜΜΕ και πολίτες καμαρώναμε για το «ελληνικό θαύμα» αντιμετώπισης της πανδημίας και δείχναμε με το δάχτυλο τη Σουηδία με τους χιλιάδες νεκρούς. Πολιτικοί έβγαιναν στα κανάλια υπερηφανευόμενοι πως αποτελούσαμε αντικείμενο διεθνούς θαυμασμού. Τώρα σιωπή! Η χώρα έχει ήδη ξεπεράσει τη Σουηδία σε θύματα.

Μερικοί μήνες μόνο πέρασαν, από τότε που ο πρωθυπουργός υποστήριζε πως αν ήμασταν σαν την Πορτογαλία θα είχαμε διπλάσιο αριθμό θυμάτων. Δυστυχώς, εδώ και καιρό, καταγράφουμε τουλάχιστον πενταπλάσιους νεκρούς ημερησίως. Κι αν δεν αλλάξει κάτι, πολύ σύντομα θα τους ξεπεράσουμε κι αυτούς.

Εκτός πάντως από την κυκλοθυμία και την έλλειψη υπομονής και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, πολιτικό σύστημα και πολίτες δείξαμε και άλλα στοιχεία του συλλογικού μας χαρακτήρα. Ας ξεκινήσω από το πιο αθώο: έχουμε μεγάλη ανάγκη από παινέματα! Κι όταν δεν το κάνουν οι άλλοι, το κάνουμε μόνοι μας: περιαυτολογούμε ασυστόλως.

Κοινώς είμαστε βαθύτατα κομπλεξικοί. Ως κοινωνία και πολιτικό προσωπικό γενικώς (για αυτό και όταν οι ξένοι μας λένε direct τι είμαστε και τι κάνουμε, θυμώνουμε και χάνουμε γρήγορα το αλέγκρο ύφος μας· γιατί ποιοι είναι οι άλλοι που θα μας κάνουν κριτική;). Αν αυτό είναι παρηγοριά, δεν είμαστε οι μόνοι τέτοιοι στον πλανήτη, αλλά σίγουρα κάνουμε πρωταθλητισμό στο είδος.

Μπορεί να φταίει η διαρκής σύγκρισή μας με τους ένδοξους προγόνους μας, που βαίνει δραματικά εις βάρος μας. Μπορεί να φταίνε οι οικογένειές μας που μας μεγαλώνουν πιστεύοντας πως είμαστε οι εξυπνότεροι του κόσμου και δυσκολευόμαστε να δεχτούμε τη σκληρή πραγματικότητα. Ποιος ξέρει;

Γενικότερα, η ιδέα πως είμαστε «ξύπνιοι» μας δαιμονίζει. Μια γιατρός που βγαίνει συχνά στα κανάλια, σχολιάζοντας γιατί δεν πήγε καλά ο εμβολιασμός επιχείρησε να χτυπήσει εκεί που πονάει: «δηλαδή είναι πιο έξυπνοι από εμάς οι Πορτογάλοι, οι Ισπανοί, οι Ιταλοί; Οχι, δεν το δέχομαι», είπε.

Πού είναι το κράτος; Αυτό το ερώτημα ψελλίζουμε προκειμένου να μεταφέρουμε αλλού τις ευθύνες από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες μέχρι τους εμβολιασμούς.

Ενας φίλος μου, από τους χαμένους της κατάρρευσης του χρηματιστηρίου το 2000, μου είχε τότε πει κάτι ωραίο: «Ξέρεις γιατί εμείς δεν βγήκαμε όπως οι Αλβανοί στους δρόμους όταν ανακάλυψαν πως είχαν εξαπατηθεί με τις πυραμίδες; Γιατί εμείς περνιόμαστε για έξυπνοι και δεν αντέχουμε να αισθανόμαστε πως μας πιάσανε κορόιδα. Οπότε το βουλώσαμε και το απωθήσαμε».

Το δεύτερο συμπέρασμα της διαχείρισης της πανδημίας είναι δυστυχώς πιο σοβαρό και ανησυχητικό. Σε αυτή τη χώρα όλα είναι πολιτικά και όλα πολιτικοποιούνται. Κυρίως από τις κυβερνήσεις και τις αντιπολιτεύσεις αλλά και οι υπόλοιποι δεν είμαστε αθώοι.

Η πολιτικοποίηση όλων των ζητημάτων σχετίζεται πρωτίστως με την αδυναμία κάθε ελληνικού θεσμού να συγκροτήσει ένα αυτόνομο πεδίο ευθύνης έναντι της εξουσίας και την αδύναμη κοινωνία των πολιτών. Ετσι, οτιδήποτε συμβαίνει θεωρείται αυτονόητα ευθύνη της διακυβέρνησης και άρα αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.

Μα τέτοιας σημασίας ζήτημα όπως η πανδημία είναι δυνατόν να μην αφορά τη διακυβέρνηση; Προφανώς την αφορά. Ομως η όλη διαχείριση της κατάστασης στη χώρα μας έχει τόσο έντονα το πολιτικό στοιχείο, που πολλές φορές η ροπή στην επιφανειακή προσέγγιση, στα ψέματα, στην προπαγάνδα, στην εύκολη επίρριψη ευθυνών ή στην αγωνιώδη προσπάθεια αποποίησης των ευθυνών γίνονται ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.

Αλλά μήπως και ως κοινωνία δεν πολιτικοποιούμε τα πάντα με προφανή στόχο να μεταφέρουμε τις ευθύνες αλλού; Πού είναι το κράτος; Αυτό το ερώτημα, που μάθαμε να ψελλίζουμε προκειμένου να μεταφέρουμε αλλού τις ευθύνες από τις πυρκαγιές και τις πλημμύρες μέχρι τους εμβολιασμούς.

Πριν από χρόνια συζητούσα με έναν Γερμανό που ζει στη Θεσσαλονίκη για την εμπειρία του τρεξίματος στο δάσος του Σέιχ Σου. Κι αφού συμφωνήσαμε πως είναι όμορφα αλλά βρώμικα, μου αποκάλυψε πως μία φορά τον μήνα μαζί με τα παιδιά του πηγαίνει και μαζεύει σκουπίδια στο δάσος. Γιατί το κάνεις αυτό; τον ρώτησα, αυθόρμητα. Γιατί δεν μου αρέσει να τα βλέπω, μου απάντησε. Ντράπηκα!

* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.