ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «Ασμα ασμάτων», ένα γοητευτικό σκάνδαλο

Είναι ένα γοητευτικό σκάνδαλο το «Ασμα ασμάτων». Διαχρονικό, διεθνές και διαγλωσσικό. Και μάλιστα με όλες τις σημασίες της λέξης «σκάνδαλο», έτσι όπως τις εγκαθίδρυσε η ελληνιστική εποχή, μέσα από κείμενα ιερά, της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, και όπως τις εμπλούτισαν τα επόμενα χρόνια. Είναι λοιπόν, καταρχάς, μια παγίδα: γραμματολογική, φιλολογική, λογοτεχνική και βεβαίως θεολογική και θρησκευτική. Είναι, δεύτερον, ένα πρόσκομμα, ένα φυσικό εμπόδιο που αποτρέπει, αν δεν απαγορεύει, την οριστική ερμηνεία του και την τελεσίδικη κατάταξή του. Είναι, τρίτον, μια αέναη αφορμή για έριδες, για πνευματικές διενέξεις, που σε άλλες εποχές δεν ήταν δύσκολο να εκτραχυνθούν και να χάσουν τον πνευματικό τους χαρακτήρα. Στην περίπτωση αυτή κατηφορίζουμε στην τέταρτη και νεότερη σημασία της λέξης «σκάνδαλο», τη μοναδική οικεία μας πλέον, τουλάχιστον στην καθημερινότητά μας. Εννοούμε δηλαδή το βιβλικό ποίημα ως γεγονός άτοπο που προκαλεί το κοινό αίσθημα, το κοινό θρησκευτικό αίσθημα για να το εξειδικεύσουμε, και κινεί την αγανάκτηση. Τουλάχιστον όσων δεν λένε να πιστέψουν πως, αν υπάρχει Θεός, ο έρωτας είναι ένα από τα σπουδαιότερα δωρήματά του στον άνθρωπο.

Ο περίφημος καρπός του παραδείσου δεν ήταν αμαρτία. Δώρο ήταν. Δώρο που αφενός επέτρεψε τη ζωή, τη διαιώνιση της ζωής μέσα από τους μικρούς και τους μεγάλους θανάτους, αφετέρου εγκαινίασε την ποίηση. Θα ήταν άραγε άδικο, ή αθεολόγητο, να υποθέσουμε ότι τα πρώτα ποιητικά λογάκια που ακούστηκαν μια φορά κι έναν καιρό, δεν ήταν ύμνοι προς τον ουρανό αλλά τραγουδάκια που στόλιζαν και δόξαζαν την αγαπημένη και τον αγαπημένο;

Ναι. Είναι όλα αυτά το «Ασμα ασμάτων». Και παγίδα και πρόσκομμα και ερέθισμα και πρόκληση – αδιαχώριστα. Είναι προπάντων ένα θαυμάσιο ποίημα συναρπαστικής εικονογραφικής ελευθεριότητας, πρώιμα υπερρεαλιστικής. Ενα ποίημα που, γεγονός σπανιότατο, αποθεώνει τον λυρισμό εδραζόμενο σε έναν σχεδόν ωμό ρεαλισμό. Ειδωλολατρεύοντας το ανθρώπινο σώμα, απογυμνώνοντάς το με την τρυφερότητα της κυριολεξίας, το ιεροποιεί.

Τη γοητεία του «Ασματος» την επαυξάνουν σίγουρα τα εγγενώς άλυτα φιλολογικά προβλήματα ή ερωτήματα: η πατρότητά του, ο χρόνος δημιουργίας των μερών του και ο χρόνος της σύνθεσής τους, αν δεχτούμε ότι αυτό το «πιο όμορφο απ’ όλα τα τραγούδια» δεν καταβλήθηκε ενιαίο εξαρχής, η σκηνοθετική του εκδίπλωση (αν δηλαδή μετέχουν όντως στο δράμα τρία πρόσωπα, η Σουλαμίτιδα, ο βοσκός και ο Σολομών), η ειδολογική του κατάταξη, η σκόπευσή του, η συνάφειά του με την ποίηση των Σουμμερίων και των Αιγυπτίων ή με τα βουκολικά ειδύλλια του Θεόκριτου. Για παράδειγμα, είναι μάλλον δύσκολο ο στίχος όπου η κόρη χαρακτηρίζεται «φοράδα ανάμεσα στο ιππικό του Φαραώ» να μας φέρει στη μνήμη ένα ανάλογο εγκώμιο του Ανακρέοντα, που αποκαλεί κάποια λυγερή «πουλαρίτσα από τη Θράκη» στη μετάφραση του Γιάννη Δάλλα («πώλε Θρηικίη»). Είναι όμως μάλλον εύκολο οι στίχοι που αντλούν εικόνες από τον βουκολικό κόσμο για να πλεχτούν παινέματα της νύφης («πίσω από το πέπλο σου / τα μαλλιά σου σαν κοπάδια κατσικιών»), να μας θυμίσουν τον Θεόκριτο και τον Πολύφημό του, που στολίζει την αδιάφορη ποθητή του όπως του διδάσκει ο πραγματικός του κόσμος. Μεταφράζω δυο στίχους του θεοκρίτειου ειδυλλίου: «Λευκή εσύ, Γαλάτεια, και το λευκό μου το τυρί ωχριά μπροστά σου. / Απ’ την αμνάδα μου πιο απαλή, πιο ατίθαση από μοσχαράκι».

Ενα ποίημα που, γεγονός σπανιότατο, αποθεώνει τον λυρισμό εδραζόμενο σε έναν σχεδόν ωμό ρεαλισμό.

Ενα δεύτερο «ομηρικό ζήτημα» λοιπόν; Οχι ακριβώς. Κι αυτό όχι τόσο λόγω μεγέθους, δηλαδή λόγω της έκτασης του «Ασματος» και κυρίως του ποιητικού διαμετρήματος, όσο επειδή εδώ έχουμε και θρησκευτική εμπλοκή. Και μάλιστα δύο θρησκειών, του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού. Κορυφαία ονόματα και των δύο, ραβίνοι και θεολόγοι (από τον Ωριγένη έως τον Γρηγόριο Νύσσης), προβληματίστηκαν ιδιαίτερα μ’ αυτό το δυσταξινόμητο και δυσαφομοιώσιμο κείμενο, μ’ αυτό το σκάνδαλο. Και, άσχετα με τα πορίσματά τους, πλούτισαν τη θεολογική σκέψη. Αντίθετα, τη μάλλον αποκαθηλωτική θεολογία των ομηρικών επών την έψεξαν ορισμένοι φιλόσοφοι, με κυριότερο τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο.

Κάποιες πτυχές πάντως, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, είναι κοινές, είναι δηλαδή σημεία αμφιλεγόμενα στα οποία διασταυρώνεται η μελέτη των ομηρικών επών και του «Ασματος ασμάτων»: αφενός η πατρότητά τους, αφετέρου η βαθύτερη, σχεδόν γενετική σχέση τους με την ανώνυμη λαϊκή ποίηση. Αυτήν που εφοδίασε τον Ομηρο (ή τους δύο Ομήρους, ανάλογα με τη σχολή καθενός γραμματολόγου) και τον Σολομώντα (τον όποιον Σολομώντα) με λέξεις, φόρμουλες, εικόνες, αφηγηματικές τεχνικές και μουσική – τη μουσική των λέξεων και όχι μόνο.

Μας είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε ένα «Ασμα Ασμάτων» που να μην τραγουδιόταν, με σουραύλια και φλογέρες να εισφέρουν τη μουσική τους. Και μας είναι απλώς αδύνατο να φανταστούμε ψαλμική παρουσίαση αποσπασμάτων του «Ασματος» στις χριστιανικές εκκλησίες (στις συναγωγές γίνεται). Στο μυστήριο του γάμου λ.χ., εφόσον εικάζεται ότι πρόκειται για γαμήλια σύνθεση. Καλή κι άγια η αλληγορική ερμηνεία, έσπρωξε κάτω από το χαλί αμφιβολίες και αμφισβητήσεις, κατατάσσοντας το «Ασμα» στα «Ποιητικά-Διδακτικά Βιβλία» της Παλαιάς Διαθήκης (ή στα «Αγιόγραφα» του ιουδαϊκού κανόνα), αλλά μέχρις εκεί. Η δυσφορία παραμένει, περίπου ανάλογη της δυσφορίας που προκαλεί ένα άλλο κείμενο-σκάνδαλο, η «Αποκάλυψη», η οποία, ερήμην της ιστορίας και της φιλολογίας, αποδίδεται στον ευαγγελιστή Ιωάννη. Μια απόδοση που, όπως κι εκείνη του «Ασματος» στον Σολομώντα, γίνεται για να διευκολυνθεί η μερική αποδοχή και η βαρύθυμη υιοθέτηση.

«Ασμα ασμάτων ο εστιν τω Σαλωμών». Με αυτήν την εναρκτήρια φράση-σφραγίδα κατονομάζεται στην Παλαιά Διαθήκη ο Σολομών ως δημιουργός του ποιήματος· για ν’ ακολουθήσουν οι περίφημοι μεθυστικοί στίχοι: «Φιλησάτω με από φιλημάτων στόματος αυτού, / ότι αγαθοί μαστοί σου υπέρ οίνον». Στην απόδοση των Εβδομήκοντα αυτό, την οποία ο μελετητής της Βίβλου Αλφρεντ Ραλφς χαρακτηρίζει «έκδηλα ελεύθερη», γιατί αρκετά συχνά απομακρύνεται από το εβραϊκό πρωτότυπο.

Η νέα μετάφραση του Ιωσήφ Βεντούρα, στο βιβλίο του «Ασμα ασμάτων: το εβραϊκό κείμενο και οι ερμηνείες του» (εκδόσεις Νίκας), γίνεται από το εβραϊκό κείμενο, που δεν συμπίπτει με το κείμενο των Ο΄. Προστίθεται έτσι στα εγχειρήματα του Μυτιληνιού ποιητή και εβραϊστή Κώστα Φριλίγγου (1912) και του Γιαννιώτη Ελληνοεβραίου ποιητή Γιωσέφ Ελιγιά (1927). Ο Βεντούρας ενισχύει την έκδοσή του με ποικίλο άκρως ωφέλιμο υλικό, που επιτρέπει στον Ελληνα αναγνώστη (αφού βέβαια ξεπεράσει πρώτα την προκατάληψή του για οτιδήποτε το εβραϊκό, και, αν είναι φονταμενταλιστής του χριστιανισμού, ειδικά την προκατάληψή του για το «βέβηλα σαρκικό» «Ασμα ασμάτων») να φτάσει ευχερέστερα στο «Ασμα» και να το κατανοήσει βαθύτερα ως γεγονός όχι μόνο λογοτεχνικό αλλά γενικότερα πνευματικό. Αλλά γι’ αυτά την επόμενη εβδομάδα.