ΑΠΟΨΕΙΣ

Συνταγές μεταρρυθμίσεων

Δυόμισι χρόνια μετά τις εκλογές του Ιουλίου 2019, σχολιάζεται σε άρθρα αλλά και γενικότερα φαίνεται ότι έχει επέλθει καθυστέρηση ή τελμάτωση των μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης, ενώ στην αρχή της θητείας της είχαν γίνει ή ξεκινήσει πολλές μεταρρυθμίσεις. Στον βαθμό που αληθεύει αυτή η παρατήρηση, εικάζεται ότι το φαινόμενο οφείλεται είτε στον έμφυτο πολιτικό συντηρητισμό της κυβέρνησης, είτε στην πανδημία που άλλαξε τις προτεραιότητες της πολιτικής πολύ νωρίς στη διαδρομή της κυβερνητικής θητείας, είτε στην πολυπλοκότητα μεγάλων διαρθρωτικών προβλημάτων σε τομείς όπως η οικονομία, η αγορά εργασίας, η δημόσια διοίκηση και η εκπαίδευση. Μήπως, ενόψει της φθοράς που έχει υποστεί η κυβέρνηση λόγω των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας, είναι εύλογο να μη θέλει να ανοίξει νέα μέτωπα ως προς αυτούς ή άλλους τομείς; Θα ήταν πρόβλημα, σε μεταγενέστερους απολογισμούς, η κυβερνητική θητεία δυόμισι ετών να συνδεθεί αποκλειστικά με τη διαχείριση της πανδημίας αντί με αξιοπρόσεκτες μεταρρυθμίσεις. Μήπως η κυβέρνηση δεν εφαρμόζει τη σωστή «συνταγή» για τις μεταρρυθμίσεις;

Αραγε θα αντιμετωπίζονταν τα παραπάνω διαρθρωτικά προβλήματα μετά τη διεξαγωγή εκλογών και μια νωπή κυβερνητική εντολή; Σίγουρα όχι μετά τις πρώτες από τις δύο επόμενες εκλογές, δηλαδή τις εκλογές που θα διεξαχθούν με απλή αναλογική, με δεδομένο ότι στην Ελλάδα κυριαρχεί ένα διαρκώς πολωμένο κομματικό σύστημα. Σε άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες με πολύ λιγότερο πολωμένα κομματικά συστήματα, η απλή αναλογική είναι εργαλείο παραγωγής συναινέσεων για μεταρρυθμίσεις. Σε μας, αντιθέτως, η απλή αναλογική θα ευνοήσει τους συμβιβασμούς στον ελάχιστο κοινό παρονομαστή διαφορετικών πολιτικών προγραμμάτων, προκειμένου να σχηματιστεί (αν σχηματιστεί) μια βραχύβια κυβέρνηση συνεργασίας. Ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής σπανιότατα εμπεριέχει μια συναντίληψη για ριζοσπαστικές αλλαγές (η περίπτωση ο ένας από τους κυβερνητικούς εταίρους να μην έχει σοβαρό πρόγραμμα, αλλά απλώς να θέλει να συγκυβερνήσει, όπως, π.χ., οι ΑΝΕΛ το 2015, είναι προφανώς σπάνια). Δηλαδή, η απλή αναλογική θα καταστεί σοβαρό εμπόδιο για οποιεσδήποτε μεταρρυθμίσεις.

Οπότε, το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η ποικιλία που χαρακτηρίζει τα πολιτικοκοινωνικά περιβάλλοντα και ειδικά οι λεπτομέρειές τους (π.χ., οι προβλέψεις του εκλογικού νόμου) δεν επιτρέπουν να διαμορφωθεί μία μόνο «συνταγή» για την επιτυχία των μεταρρυθμίσεων. Δεν προβλέπεται η ίδια «συνταγή» για όλα τα σύγχρονα δημοκρατικά πολιτεύματα που λειτουργούν σε οικονομίες της αγοράς, ούτε για όλους τους τομείς δημόσιας πολιτικής. Για το αν και πώς πετυχαίνουν οι μεταρρυθμίσεις έχει σωρευθεί σχετική γνώση διεθνώς και στην Ελλάδα (π.χ., στα βιβλία των Τάσου Γιαννίτση, Δημήτρη Β. Παπούλια, Καλλιόπης Σπανού, Παναγιώτη Μαΐστρου και άλλων, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα).

Μέρος αυτής της σωρευμένης γνώσης έχει διοχετευθεί στη δημόσια σφαίρα και είναι οικεία στους πολιτικούς. Παραδείγματος χάριν, γνωστή «συνταγή» προς χρήση των μεταρρυθμιστών είναι ότι αυτοί πρέπει να διαθέτουν ένα όραμα. Εδώ ταιριάζει η γνωστή επιφύλαξη του Γερμανού μεταρρυθμιστή πολιτικού Χέλμουτ Σμιτ. Ερωτηθείς σχετικά, είχε απαντήσει ότι «αν βλέπεις οράματα, καλύτερα να πας σε έναν γιατρό». Από την άλλη μεριά, αν δεν ξέρεις προς τα πού θέλεις να πας, δεν πρόκειται να φτάσεις ποτέ. Αλλά η προσφιλής σε πολιτικούς άσκηση διαμόρφωσης οραμάτων υποβαθμίζει την ακόμα σημαντικότερη άσκηση διαμόρφωσης λεπτομερούς σχεδίου της μεταρρύθμισης. Αλλωστε, για ορισμένα από τα προβλήματα που λιμνάζουν δεν υπάρχει διαφωνία για το όραμα. Λόγου χάριν, διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις στη χώρα αλλά και η Ευρωπαϊκή Ενωση συμπίπτουν, εδώ και τουλάχιστον 20 χρόνια, στο «όραμα» ενός κοινωνικά δίκαιου και οικονομικά βιώσιμου συστήματος συντάξεων το οποίο θα απονέμει αξιοπρεπείς συντάξεις. Ομως, ως προς το σχέδιο και τις λεπτομέρειες επίτευξης αυτού του οράματος έχουν αναδυθεί αγεφύρωτες διαφορές ανάμεσα σε πολιτικά κόμματα, σε μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους, στους πιο ηλικιωμένους και στους νεότερους ασφαλισμένους.

Θα ήταν πρόβλημα, σε μεταγενέστερους απολογισμούς, η κυβερνητική θητεία δυόμισι ετών να συνδεθεί αποκλειστικά με τη διαχείριση της πανδημίας αντί με αξιοπρόσεκτες μεταρρυθμίσεις.

Μια «συνταγή» επίσης είναι ότι προκειμένου να πετύχουν οι μεταρρυθμίσεις, δεν πρέπει να επιβάλλονται από το εξωτερικό, όπως συμβαίνει, π.χ., μέσω της αιρεσιμότητας (conditionality) που το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επιβάλλει σε χρεωμένες χώρες ή η Ευρωπαϊκή Ενωση σε υποψήφιες προς ένταξη χώρες, προκειμένου να τους παρασχεθούν κονδύλια ή τεχνική βοήθεια. Η «συνταγή» λέει ότι θα πρέπει οι εγχώριοι δρώντες (κυβέρνηση, δημόσια διοίκηση) να οικειοποιηθούν και να ενστερνιστούν τις μεταρρυθμίσεις, να τις θεωρήσουν κτήμα τους. Ετσι είναι πράγματι, με την επιφύλαξη ότι οι εγχώριοι δρώντες εντέλει οικειοποιούνται επιλεκτικά εκείνες από τις μεταρρυθμίσεις που θα τους επιφέρουν το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος.

Τέλος, μια ακόμα «συνταγή» είναι ότι οι βαθιές τομές πρέπει να γίνονται έως έξι μήνες μετά τις κάλπες, όταν ο νικητής των εκλογών απολαμβάνει τη μέγιστη δυνατή πολιτική αποδοχή. Δεν είναι λαθεμένη η σύσταση για τομές στο πρώτο εξάμηνο του βίου μιας κυβέρνησης. Ωστόσο, μερικοί κοινωνικοί επιστήμονες θεωρούν ότι σημαντικότερο χρονικό διάστημα είναι εκείνο στο οποίο, νωρίς ή αργά, ανοίγονται «παράθυρα ευκαιρίας» ή «ιστορικά σταυροδρόμια» για την αλλαγή της τροχιάς ενός συστήματος (έννοια της συγκριτικής πολιτικής ανάλυσης). Τα «παράθυρα» και τα «σταυροδρόμια» δεν ανοίγονται από μόνα τους. Μερικές φορές εμφανίζονται λόγω εξωτερικών προκλήσεων (πτώση μιας δικτατορίας έπειτα από ήττα σε πόλεμο, εισαγόμενη οικονομική κρίση κ.ά.). Πρόσφατο παράδειγμα ήταν η απρόβλεπτη και δραματική επέλαση της πανδημίας, η οποία δημιούργησε την ευκαιρία για ταχύτατη ψηφιοποίηση της παροχής δημόσιων υπηρεσιών.

Η επίκληση του «παραθύρου ευκαιρίας» δεν ανάγει το όλο πρόβλημα σε τυχαία λύση. Δεν προκύπτουν συγκυριακά μόνον «παράθυρα ευκαιρίας». Δημιουργούνται από το υπάρχον «στυλ» δημόσιας πολιτικής σε μια χώρα. Τα «παράθυρα» είναι περιορισμένα σε αριθμό, λόγω των ειδικών δομικών περιορισμών κάθε πολιτικού συστήματος (μέγεθος οικονομικών και ανθρώπινων πόρων, ενιαία η αποκεντρωμένη διοίκηση, είδος πολιτικής κουλτούρας κ.ά.). Κάποιες χώρες έχουν πολλά «παράθυρα ευκαιρίας», ενώ άλλες όχι. Στις τελευταίες, το πρόβλημα είναι ότι αν και μερικοί πολιτικοί αναζητούν τέτοια «παράθυρα» για να τα ανοίξουν, άλλοι επιδιώκουν να τα κλείσουν.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.