ΑΠΟΨΕΙΣ

Σε κινούμενη άμμο

Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών φαίνεται πως αμφισβητούν την εγκυρότητα του αφηγήματος περί της διπλωματικής απομονώσεως της Τουρκίας, που σε συνδυασμό με εκτιμήσεις περί της κλονισμένης υγείας του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τις προβλέψεις περί επικείμενης καταρρεύσεως της τουρκικής οικονομίας δημιούργησαν περίπου την εντύπωση ότι αυτή η χώρα βρίσκεται πλέον στα πρόθυρα της διαλύσεως.

Στον μήνα αυτόν συνέβησαν κάποια «μη αναμενόμενα», που ίσως όμως αποδειχθούν σημαντικά στο μέλλον. Η είδηση περί ενάρξεως συνομιλιών για την αγορά και δεύτερου ισπανικού μικρού αεροπλανοφόρου από την Τουρκία ήταν μία έκπληξη δυσάρεστη για την Αθήνα. Κυρίως διότι μία χώρα-μέλος της Ε.Ε. αγνοεί τις ανησυχίες της ελληνικής πλευράς, που επιχειρεί να συγκροτήσει μέτωπο υποστηρικτικό στο πλαίσιο της Ενώσεως έναντι της Τουρκίας.

Η συμφωνία κοινής παραγωγής εξαρτημάτων των αντιαεροπορικών πυραύλων S-400, περί της οποίας ο κ. Ερντογάν δήλωσε προ ολίγων ημερών ότι δεν θα αποκαλύψει λεπτομέρειες, δείχνει ότι παρά τις διακυμάνσεις των σχέσεων Μόσχας – Αγκύρας η συνεργασία συνεχίζεται σε ορισμένους κρίσιμους τομείς.

Πέραν αυτών των πολύ συγκεκριμένων θεμάτων, που αφορούν άμεσα στον συσχετισμό στρατιωτικής ισχύος Ελλάδος και Τουρκίας, υπάρχουν και κινήσεις ενισχύσεως των σχέσεων της Αγκυρας σε περιφερειακό επίπεδο.

Η Αγκυρα κινείται με άνεση μεγαλύτερη από ό,τι η Ελλάς, που συναρτά τις κινήσεις της με ό,τι θεωρεί πως συγκροτεί πολιτική της Δύσεως στην περιοχή.

Κατά την επίσκεψη του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου στην Τεχεράνη επιβεβαιώθηκε η επιθυμία των δύο μερών για «εμβάθυνση των σχέσεων στο εμπόριο, στις επενδύσεις και στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας».

Λίγους μήνες πριν, τον Αύγουστο, υπήρξε μία ακόμη έκπληξη, όταν ανώτατος αξιωματούχος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων –των πλέον στενών συμμάχων της Σαουδικής Αραβίας– συναντήθηκε στην Αγκυρα με τον κ. Ερντογάν, με στόχο, όπως ανακοίνωσε, το ενδεχόμενο «σημαντικών επενδύσεων».

Η συμμετοχή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη σύνοδο των Παρισίων για τη Λιβύη τόνωσε την αυτοπεποίθηση της κυβερνήσεως. Αλλά ακολούθησε αμέσως δήλωση εξόχως υποστηρικτική υπέρ της Αγκυρας από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Συμβουλίου του Κράτους της Λιβύης. Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθεί και η τηλεφωνική επικοινωνία του κ. Ερντογάν με τον Ισραηλινό ομόλογό του Ισαάκ Χέρτζογκ, μετά την απελευθέρωση ζεύγους Ισραηλινών τουριστών που είχαν συλληφθεί για κατασκοπεία, και η οποία προκάλεσε επίσης έκπληξη στην Αθήνα.

Είναι αλήθεια ότι επί της προεδρίας του κ. Ντόναλντ Τραμπ είχε διαμορφωθεί μία στρατηγική ουσιαστικής προσεγγίσεως αραβικών κρατών με το Ισραήλ, που είχε ως στόχο το Ιράν. Με την ανάδειξη του κ. Τζο Μπάιντεν στην εξουσία, η πολιτική αυτή ατόνησε. Και η άτακτη αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν ενίσχυσε την ανασφάλεια των ηγετών κάποιων αραβικών κρατών. Το γεγονός αυτό επιχειρεί να αξιοποιήσει η Τουρκία, ως δύναμη περιφερειακή. Τα προαναφερθέντα δεν συνθέτουν εικόνα απομονώσεως της Τουρκίας και μάλλον ενισχύουν την αντίληψη πως η διπλωματία στην περιοχή αυτή προσομοιάζει με κινούμενη άμμο, στην οποία η Αγκυρα κινείται με άνεση μεγαλύτερη από ό,τι η Ελλάς, που συναρτά τις κινήσεις της με ό,τι θεωρεί πως συγκροτεί πολιτική της Δύσεως στην περιοχή. Μόνον που κάτι τέτοιο δεν είναι ορατό ακόμη.