ΑΠΟΨΕΙΣ

Το μεγάλο στοίχημα του ΚΙΝΑΛ

Κάτι κινείται στο Κίνημα Αλλαγής. Από εκεί που ήταν «καρφωμένο» δημοσκοπικά γύρω στο 6% για χρόνια, αίφνης εμφανίζεται σε δύο τελευταίες δημοσκοπήσεις ενισχυμένο, να κινείται στη ζώνη του 8% με 10%.

Η άνοδος αυτή μπορεί να είναι συγκυριακή και να οφείλεται κυρίως σε συναισθηματικούς λόγους. Ο πρόωρος χαμός και η γενναιότητα που έδειξε μέχρι το τέλος η Φώφη Γεννηματά συγκίνησαν τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ. Ασχέτως αν μεγάλο μέρος όλων αυτών ψήφισαν στις προηγούμενες εκλογές τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Ν.Δ.

Μετά τη συγκίνηση ήρθε και το όνομα. Η κάθοδος του Γιώργου Παπανδρέου στην κούρσα της διαδοχής έδωσε μεγαλύτερο ενδιαφέρον στο εσωκομματικό παιχνίδι. Το όνομα Παπανδρέου από μόνο του φέρνει μνήμες για όσους είχαν στηρίξει το κόμμα που κυβέρνησε πάνω από 20 χρόνια την Ελλάδα. Με την κάθοδο Παπανδρέου όλα τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν πάνω στην κούρσα διαδοχής και το Κίνημα Αλλαγής έφτασε να γίνει και πάλι πρωτοσέλιδο θέμα σε εφημερίδες της παράταξης.

Είναι αυτοί οι δύο παράγοντες αρκετοί για να ανανεώσουν το ενδιαφέρον του κόσμου για το ΚΙΝΑΛ; Είναι πολύ αμφίβολο. Οι έξι διεκδικητές που περιοδεύουν τη χώρα λένε ότι υπάρχει ενθουσιασμός με τις εξελίξεις κι ότι συναντούν υποστηρικτές, όχι μόνον ηλικιωμένους –από το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ– αλλά και νέους που αναζητούν πολιτική στέγη απογοητευμένοι από τον ΣΥΡΙΖΑ. Τι θα μείνει από όλη αυτή την κινητικότητα; Ολα εξαρτώνται από το πώς θα διαχειριστούν οι υποψήφιοι τη σημερινή μεταβατική περίοδο των λίγων εβδομάδων έως τις κάλπες. Κι ακόμη σημαντικότερο, πώς θα συμπεριφερθεί ο καθένας από τους υποψηφίους – μετά τον κρίσιμο δεύτερο γύρο που θα αναδείξει τον νικητή. Θα μείνουν όλοι στο ΚΙΝΑΛ ή κάποιοι θα αποχωρήσουν για άλλο κόμμα;

Δεν είναι λίγοι μέσα στο ΚΙΝΑΛ που θεωρούν ότι κάποιοι από τους υποψήφιους αρχηγούς έχουν ξεκάθαρη προσωπική ατζέντα και  ενδιαφέρονται κυρίως γι’ αυτήν και όχι τόσο για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ. Κάποιοι, μάλιστα, σπεύδουν να θυμίσουν ότι ο Γιώργος Παπανδρέου έχει ήδη διασπάσει το κόμμα –όταν ίδρυσε, τις παραμονές των εκλογών του 2015, το ΚΙΔΗΣΟ– και είναι φανερό ότι θεωρεί τον εαυτό του κάτι διαφορετικό σε σχέση με τους υπόλοιπους υποψηφίους, αφού αρνείται ακόμη και τη συμμετοχή του στο κοινό debate.

Από την άλλη πλευρά, ο Γιώργος Παπανδρέου είναι πράγματι διαφορετικός υποψήφιος, αφού έχει διατελέσει πρωθυπουργός της χώρας – με ό,τι αυτό συνεπάγεται, καλό ή κακό, για την υποψηφιότητά του.

Μια ενωτική διαδικασία ανάδειξης προέδρου θα βοηθήσει το κόμμα να πατήσει στα πόδια του και να ταρακουνήσει το πολιτικό σκηνικό, κάνοντας σοβαρή αντιπολίτευση.

Εξάλλου, πολιτικές σκοπιμότητες και επιδιώξεις υπάρχουν σε κάθε υποψηφιότητα. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να προδικάσει ή να μαντέψει πώς θα συμπεριφερθεί κάθε υποψήφιος εάν δεν καταφέρει να εκλεγεί αρχηγός. Το ζητούμενο, πάντως, για τη χώρα και την Κεντροαριστερά είναι να βγει ενωμένο το ΚΙΝΑΛ μέσα από αυτή τη διαδικασία και να μπορέσει έτσι να διεκδικήσει ενισχυμένο ένα μεγαλύτερο κομμάτι της εκλογικής πίτας.

Και είναι γεγονός πως όσο περισσότεροι πολίτες πάρουν μέρος σ’ αυτή τη διαδικασία της εκλογής αρχηγού, τόσο μεγαλύτερη νομιμοποίηση θα έχει ο νέος αρχηγός και τόσο πιο ισχυρό θα είναι το μήνυμα της ανασυγκρότησης και της ενότητας του κόμματος.

Κι είναι δυστύχημα ότι δεν μπόρεσε να ανοίξει η ψηφοφορία της 5ης Δεκεμβρίου σε ένα πιο πλατύ κοινό – με μια ψηφοφορία μέσω Ιντερνετ, που θα μπορούσε να συμπεριλάβει, εκτός από τα μέλη, και τους φίλους του κόμματος από όλη τη χώρα ή και το εξωτερικό.  

Μια ενωτική διαδικασία ανάδειξης προέδρου, όποιος και να είναι αυτός, θα βοηθήσει το ΚΙΝΑΛ να ενισχύσει τη χαμένη του αυτοπεποίθηση, να πατήσει στα πόδια του και να ταρακουνήσει το πολιτικό σκηνικό, κάνοντας σοβαρή και ουσιαστική αντιπολίτευση.

Σε μια χρονική στιγμή, μάλιστα, που ο ΣΥΡΙΖΑ με την ισοπεδωτική και λαϊκιστική κριτική που κάνει στην κυβέρνηση, δείχνει ότι είναι κατώτερος των περιστάσεων – χωρίς προτάσεις, σχέδιο και στρατηγική. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα δύο χρόνια διακυβέρνησης Μητσοτάκη, όχι μόνο δεν έχει ενισχύσει την επιρροή του, αλλά δεν έχει καν καταφέρει να μειώσει τη διαφορά των 8 ποσοστιαίων μονάδων της νύχτας των εκλογών.

Aν στην απογοήτευση των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ προστεθεί και η πολιτική αμφιβολία ότι το κόμμα του κ. Τσίπρα μπορεί να μην είναι στην εξουσία ούτε στις μεθεπόμενες εκλογές του 2026 ή 2027, τότε οι συσχετισμοί στην Κεντροαριστερά μπορεί να αλλάξουν άρδην.