ΑΠΟΨΕΙΣ

Το δέρμα που κατοικούμε

«Είμαι από την Κόρινθο, μια μικρή πόλη που δυσκολεύεται με το διαφορετικό και το ασυνήθιστο. Το σινεμά με έκανε να νιώθω ελεύθερη», είπε η καλλιτέχνις, ακτιβίστρια και ηθοποιός Τζεφ Μοντάνα, παρουσιάστρια της τελετής λήξης του 62ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, την περασμένη Κυριακή. Για τις δικές της επιλογές «ο κινηματογράφος υπήρξε καταφύγιο».

Παρακολουθώντας περίπου 20 ταινίες από τα φετινά προγράμματα, online, η παρατήρηση προέκυψε αβίαστα: η ρευστή φύση της σεξουαλικότητας διέτρεχε ως κατακτημένη ή υπό κατάκτηση «κανονικότητα» έναν σημαντικό αριθμό παραγωγών. Δεν ήταν πάντα στο επίκεντρο της ιστορίας το θέμα του φύλου και της ταυτότητας. Μπορεί να κρυβόταν σε μια τυχαία ανακάλυψη, όπως η κόρη στη «Σελήνη, 66 ερωτήσεις», της Ζακλίν Λέντζου, που διαπιστώνει από μια φωτογραφία την ομοφυλοφιλία του πατέρα της ή ο πρωταγωνιστής στη βραζιλιάνικη «Ιδιωτική έρημο», πρώην αστυνομικός, ο οποίος διασχίζει εκατοντάδες χιλιόμετρα για να συναντήσει τη γυναίκα, μεγάλο έρωτα της ζωής του, και βρίσκεται απέναντι σε έναν νεαρό άνδρα που κυκλοφορεί τις νύχτες ως γυναίκα. Η αγάπη και ο ψυχικός δεσμός μήπως είναι ισχυρότερα από την ερωτική έλξη ανάμεσα στους ετερόφυλους; Γυναίκα και άνδρας μοιάζει, πλέον, φτωχός προσδιορισμός απέναντι στην πολυπλοκότητα των σχέσεων. Οι ρευστές ταυτότητες, η αστάθεια του φύλου και της σεξουαλικής επιθυμίας, απασχολεί, πολλά χρόνια τώρα, τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο και, ασφαλώς, δεν είναι καινούργια συνθήκη. Μπορεί, όμως, η πανδημία και ο υποχρεωτικός εγκλεισμός να ανέστειλαν ακόμη περισσότερο τους κοινωνικούς περιορισμούς, οδηγώντας στην απελευθέρωση των διαθέσεων. Η απενοχοποίηση από υποχρεωτικότητες, που κατέληγαν σε ασφυκτικές στρεβλώσεις, δυστυχία και απελπισία για πολλούς ανθρώπους, είναι όλο και πιο εμφανής. Προφανώς ούτε οι παραμορφώσεις, ούτε η κρυφή ζωή, ούτε η κοινωνική απομόνωση είναι παρελθόν. Oμως, όλο και περισσότεροι είναι εκείνοι που αφήνουν πίσω τους το φύλο και τις κατηγοριοποιήσεις, δηλώνοντας την αμφιθυμία τους δημόσια.

Οι ρευστές ταυτότητες, η αστάθεια του φύλου και της σεξουαλικής επιθυμίας, απασχολούν, όλο και περισσότερο, τον κινηματογράφο.

Πρώτος απ’ όλους, ίσως, ο Αλμοδόβαρ μάς προσκάλεσε, κατ’ επανάληψη και με συνέπεια, να κάνουμε χώρο και να αγαπήσουμε το διαφορετικό, να κατανοήσουμε ό,τι δεν αναγνωρίζουμε ή απορρίπτουμε. Η ταινία του «Το δέρμα που κατοικώ» (2011) παραμένει μία από τις πιο προσωπικές και τολμηρές προτάσεις πάνω στη σεξουαλικότητα, στις ταυτότητες, στους ρόλους. Ξένο ή δικό σου, το δέρμα υπάρχει μόνο για να σε προστατεύει. Οχι για να σε ορίζει, μοιάζει να υπογραμμίζει ο Αλμοδόβαρ. Hδη το 1999, σε συνέντευξή του (στον κατάλογο του 40ού Φεστιβάλ, στον Μιχάλη Δημόπουλο) σχολίαζε τις πολλαπλές μεταμορφώσεις της οικογένειας: «Βλέπουμε οικογένειες με δύο μητέρες ή με ανύπαντρες μητέρες που αποφάσισαν να κρατήσουν το παιδί τους ή ομοφυλόφιλους που υιοθετούν παιδιά. Δεν είναι η οικογένεια όπως ήταν πριν από 50 χρόνια: μοναδική, γύρω από έναν πατέρα, με βιολογικές μητέρες και με status δύναμης και αυτάρκειας». Κι αυτά τα έλεγε ο Αλμοδόβαρ πριν από 22 χρόνια…

Ας επιστρέψουμε όμως στη φετινή φεστιβαλική σοδειά, που άλλοτε εξοικειώνει, άλλοτε αιφνιδιάζει, άλλοτε προβληματίζει με την εναλλαγή ρόλων και ταυτοτήτων. Είναι πέρα από τη σεξουαλική προτίμηση, από τον αν είναι ένας άνδρας ή γυναίκα γκέι ή μπάι ή τρανς, αν η αντωνυμία που επιλέγει για το όνομά του είναι ο/η/το. Oπως, για παράδειγμα, στη γαλλική ταινία «Τρυφερούδι» του Σαμουέλ Τεΐς, που βραβεύτηκε και με τον Χρυσό Αλέξανδρο. Περιστρέφεται γύρω από τη σχέση ενός δεκάχρονου μαθητή με τον νεαρό δάσκαλό του. Eνα όμορφο αγόρι, με μακριά ξανθά μαλλιά και αγγελικό πρόσωπο, που ζει με τη μητέρα του και τα αδέλφια του σε υποβαθμισμένη περιοχή, με εργατικές κατοικίες, προσκολλάται στον νεοφερμένο, με φρέσκες ιδέες, δάσκαλο, αναπτύσσοντας μια μονομερή, ερωτική, εξάρτηση. Μέσα από τις πολλές αναγνώσεις της ταινίας (το θέμα είναι και εκπαιδευτικό – πώς χτίζεται η άμυνα του σχολικού περιβάλλοντος, πώς αντιμετωπίζεται το πρόβλημα που ανακύπτει) προβάλλει και η άγουρη, αδιαμόρφωτη ακόμη σεξουαλικότητα του αγοριού. Ο απελευθερωτικός χορός του μπροστά στον καθρέφτη, στο φινάλε, είναι και μια έξοδος από τα στερεότυπα. Η ισχύς μιας παρουσίας δεν προσδιορίζεται ούτε με ρόλους ούτε με αντωνυμίες.