ΑΠΟΨΕΙΣ

Επιμονή στον λαϊκισμό

Διαπιστωμένο και αναμφισβήτητο ότι το καλύτερο «δεκανίκι» της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για συμπέρασμα που προκύπτει από την ανάγνωση όλων των δημοσκοπήσεων, κυρίως όμως το λέει η ίδια η ζωή, καταγράφοντας αφενός τις επιδόσεις και τη συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευσης και αφετέρου με τη σύγκριση του «τώρα» με τη δική του κυβερνητική θητεία 2015-2019. Γι’ αυτό έχει πάρει διαστάσεις συνθήματος το «ουφ» της ανακούφισης επειδή δεν είναι στα πράγματα οι Συριζαίοι και «τα αδέλφια» τους, οι Ανεξάρτητοι Ελληνες, για να διαχειριστούν την πανδημία και τις θεομηνίες που χτύπησαν τη χώρα τους 30 τελευταίους μήνες, ή και τα ελληνοτουρκικά…

Προκαλεί, λοιπόν, απορία το γεγονός ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν αλλάζει αντιπολιτευτική τακτική, αλλά επιμένει στην «ό,τι να ‘ναι» αντιπολίτευση, ενώ δεν της βγαίνει. Γιατί δηλαδή καταφεύγει συνεχώς σε ασύστατες καταγγελίες, έωλα επιχειρήματα, αβάσιμες συστάσεις, απραγματοποίητες υποσχέσεις, αήθεις προσωπικές επιθέσεις, αντιφατικές δηλώσεις και στάσεις, ακόμη και σε πολιτικές που η ίδια είχε βάλει στα σκαριά ως κυβέρνηση; Δεν αντιλαμβάνεται άραγε ότι με την τακτική της και εκφράζοντας τον λαϊκισμό, υπονομεύει τον δικομματισμό με τον ΣΥΡΙΖΑ στον ένα πόλο εξουσίας, ενώ αντίθετα εδραιώνει την κυριαρχία της Ν.Δ. του Κυρ. Μητσοτάκη, αφού το δικό της κόμμα αδυνατεί να εξασφαλίσει ποσοστά εναλλαγής στην εξουσία; Δεν καταλαβαίνει ότι με αυτόν τον τρόπο δεν κερδίζεται ο χώρος από την Κεντροαριστερά έως την Κεντροδεξιά;

Αγνωστες στον υπογράφοντα οι ζυμώσεις και οι σκέψεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, τα ρεπορτάζ των συναδέλφων που καλύπτουν δημοσιογραφικά το κόμμα, καθώς και η δημόσια εικόνα ηγεσίας και στελεχών, τον δείχνουν αποφασισμένο να συνεχίζει στη γραμμή της σκληρής αντιπολίτευσης εφ’ όλης της ύλης, άρα της πόλωσης. Ενας πολύ καθοριστικός λόγος είναι, βέβαια, ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι σε αυτήν τη γραμμή, διότι στο σύνολό τους δεν διαθέτουν τις γνώσεις (όχι μόνο τις πολιτικές, αλλά γενικά), τις νοητικές δυνατότητες και την ευελιξία να αλλάξουν. Και ένας δεύτερος εξίσου καθοριστικός λόγος είναι η παγίδευσή τους από μια βάση την οποία οι ίδιοι «εκπαίδευσαν» σε ένα βαθμό και στην οποία απευθύνονται, που δεν τους επιτρέπει να κάνουν αντιπολίτευση συμβατή προς κεντρογενείς.

Στα παραπάνω δεδομένα έχει προστεθεί πιθανώς η άποψη ότι οι εκλογές με ακραία πόλωση θα βοηθήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ να λεηλατήσει το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ. Το ίδιο όμως ισχύει και για τη Νέα Δημοκρατία, οπότε οι συσχετισμοί μεταξύ τους δεν θα αλλάξουν ουσιαστικά. Σε τέτοια περίπτωση, πάντως, θα κινδυνεύσει με ολική έκλειψη το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ και η ευθύνη αποτροπής της θα εναπόκειται στη νέα ηγεσία του.