ΑΠΟΨΕΙΣ

Αντιεμβολιαστικός αντισυστημισμός

Θα μπορούσε να φανταστεί κανείς πριν από λίγα μόνο χρόνια πως η εφαρμογή μιας ανώδυνης, δημοκρατικής, δωρεάν και κυρίως σωτήριας δημόσιας πολιτικής θα πυροδοτούσε εκτεταμένες αντιδράσεις και νέο πολιτικό διχασμό; Αυτό ακριβώς συνέβη στην περίπτωση ενός εμβολίου, που προσφέρει προστασία απέναντι σε μια πρωτόγνωρη πανδημία με εκατομμύρια θύματα σε όλο τον κόσμο και με καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία, αλλά και τη ζωή όλων μας. Αντίστοιχες αντιδράσεις παρατηρούμε σε σχέση και με άλλα θεωρητικά ανώδυνα θέματα, όπως η απογραφή. Πραγματικά, δεν έχω υπόψη μου να σημειώνονται αντιδράσεις εναντίον απογραφών στο παρελθόν. Το πρόβλημα αυτό δεν αφορά μόνο τη χώρα μας – κάθε άλλο. Με τρόπο διαφορετικό, πολύμορφο και συνεχώς μεταβαλλόμενο, βρισκόμαστε μπροστά σε μια τάση που τέμνει πολιτικά και κοινωνικά, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τις περισσότερες ανεπτυγμένες δημοκρατικές κοινωνίες. Ακόμη και στις κοινωνίες που έχουν επιτύχει υψηλά επίπεδα εμβολιασμού παρατηρούμε την ανάπτυξη αντιεμβολιαστικών κινημάτων.

Πώς εξηγείται το φαινόμενο αυτό; Πρόκειται για ένα ερώτημα που ερευνάται εντατικά και θα ερευνηθεί ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Μια πρώτη εξήγηση υπογραμμίζει τον ρόλο των νέων τεχνολογιών διαδικτυακής ενημέρωσης και επικοινωνίας, που επιτρέπουν σε όσους διακατέχονται από μια βαθύτατη δυσπιστία απέναντι στην εξουσία και στο κράτος, δηλαδή «το σύστημα», να αποκτήσουν μια απήχηση που παλαιότερα δεν διέθεταν. Αναπόφευκτα, ο εκδημοκρατισμός των μέσων μαζικής επικοινωνίας καθρεφτίζει με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια τις απόψεις που κυκλοφορούν μέσα σε αυτή, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ενισχύει ακόμη περισσότερο τις αντισυστημικές τάσεις, π.χ. διαμέσου της στρεβλής λειτουργίας των αλγορίθμων.

Ποιοι όμως είναι οι αντιεμβολιαστές; Πρόκειται πάνω-κάτω για ομάδες αντίστοιχες με αυτές που στο πρόσφατο παρελθόν βρέθηκαν στην πρωτοπορία του λαϊκισμού: άνθρωποι χαμηλών κυρίως εισοδηματικών και μορφωτικών στρωμάτων που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις μεγάλες αλλαγές, ζουν σε περιφέρειες μακριά από τα μεγάλα κέντρα, αισθάνονται πως απειλούνται από τον κοσμοπολιτισμό, τη μετανάστευση, την παγκοσμιοποίηση κ.λπ. – αισθάνονται δηλαδή, δικαιολογημένα ή όχι, πως είναι οι χαμένοι του παιχνιδιού. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο: ο αντισυστημισμός είναι τόσο παλιός όσο και η ανθρώπινη ιστορία. Στο παρελθόν η έκφρασή του ήταν πολύ πιο διαμεσολαβημένη: ας μην ξεχνάμε πως η δημοκρατία είναι ένα πολιτικό σύστημα με τεράστια εμπειρία στη διαχείρισή του.

Το ζήτημα που κινητοποιεί τους «ηττημένους» έχει μικρή σημασία. Εκείνο που μετράει κυρίως είναι η δυνατό- τητα που τους παρέχει για να στραφούν εναντίον της εξουσίας.

Λιγότερο αυτονόητα είναι δύο κρίσιμα ερωτήματα. Η αίσθηση της ήττας που κινητοποιεί τους ανθρώπους αυτούς έχει αποκλειστικά ή κυρίως υλικά αίτια; Και η θεματολογία που τους κινητοποιεί έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά; Μια απάντηση θα επεσήμαινε ως προς το πρώτο πως η αίσθηση της ήττας είναι ψυχολογικά σύνθετο φαινόμενο. Μολονότι σχετίζεται και με υλικούς/οικονομικούς όρους, ξεφεύγει από αυτούς. Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί αφορά τις προτεινόμενες «θεραπείες» του προβλήματος, που συνήθως ανακυκλώνουν γνωστές προτάσεις περί μεγαλύτερης οικονομικής ισότητας, νέου κοινωνικού συμβολαίου κ.λπ. Στο δεύτερο ερώτημα, κάποιο φως ρίχνει η περίπτωση του εμβολιασμού καθώς υπήρξε και ένα είδος κοινωνικού πειράματος. Αυτό μας δείχνει πως το ζήτημα που κινητοποιεί τους «ηττημένους» έχει τελικά μικρή μόνο σημασία. Εκείνο που μετράει κυρίως είναι η δυνατότητα που τους παρέχει για να στραφούν εναντίον της εξουσίας. Εδώ υπεισέρχονται επαγγελματίες ή επίδοξοι πολιτικοί που παίζουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση του συνολικού αφηγήματος, γιατί επιδιώκουν να ωφεληθούν από τον αντισυστημισμό. Το αν η αντιεμβολιαστική ροπή θα αποκτήσει δεξιά, αριστερά ή ανάμεικτα χαρακτηριστικά, το αν θα αποκρυσταλλωθεί ή θα εξατμιστεί όταν περάσει η πανδημία, το τι θα γεννήσει στο μέλλον κ.λπ., είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθεί τώρα καθώς συναρτάται σε μεγάλο βαθμό με τις επιλογές και τις ικανότητές τους, όπως και των αντιπάλων τους.

Δύο συμπεράσματα προκύπτουν. Αφενός, οι προοπτικές του αντισυστημισμού είναι ένα ανοιχτό ζήτημα. Αφετέρου, όμως, δεν πρόκειται για εντελώς νέο φαινόμενο και δεν πρέπει να υποτιμάμε τη δυνατότητα των δημοκρατιών να το διαχειριστούν με επιτυχία.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.