ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΤΑΣΕΙΣ

Οψεις ρατσισμού

Ο συνωστισμός εκατοντάδων αλλοδαπών στο Σύνταγμα λίγο πριν από την Πρωτοχρονιά ήταν ένα περιστατικό που έφερε στην επιφάνεια δύο όψεις ρατσισμού. Η πρώτη ήταν και η πιο συνηθισμένη: από την επαναστατική θαλπωρή των κοινωνικών τους δικτύων, έξαλλοι Ελληνες εξέφρασαν τον αποτροπιασμό τους για την «κατάληψη της πιο εμβληματικής πλατείας της πρωτεύουσας από ξένους». Το βασικό τους πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι οι «καταληψίες» τυχαίνει να είναι σκουρόχρωμοι. Η δεύτερη όψη ρατσισμού ήταν η θεσμική: το κράτος δεν έκανε τίποτα για να αποτρέψει εγκαίρως τη δημιουργία μιας εστίας μετάδοσης του κορωνοϊού στο κέντρο της πόλης –την ώρα, μάλιστα, που τα κρούσματα γνώριζαν πρωτοφανή αύξηση–, παρά μόνο μοίρασε μερικά πρόστιμα που είναι αμφίβολο αν και με ποιον τρόπο θα εισπραχθούν. Οι αλλοδαποί αντιμετωπίστηκαν ως μη πρόσωπα, δηλαδή, και το δικό τους αποτύπωμα στο σύνολο παραγνωρίστηκε, με μια λογική οκνηρής αμέλειας του τύπου «άσ’ τους αυτούς στη μοίρα τους, έτσι κι αλλιώς δεν μετράνε».

Γνωστή ιστορία

Για τον πατροπαράδοτο ελληνικό ρατσισμό δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι που δεν έχει ειπωθεί ήδη δεκάδες φορές. Οι Ελληνες παραμένουν ανεξοικείωτοι με την πραγματικότητα της εθνοτικής και φυλετικής ανομοιογένειας, αντιδρούν εχθρικά προς ό,τι δεν τους μοιάζει και δεν παύουν να φαντασιώνονται σκοτεινά σχέδια διάβρωσης των έξοχων κοινωνιών και του υποδειγματικού πολιτισμού τους. Η νοοτροπία αυτή, ωστόσο, έχει ρίζες στην κρατική ολιγωρία, η οποία διαχρονικά συντηρεί τον ρατσισμό. Η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας είναι ενδεικτική: αφημένοι στη μοίρα τους, νόμιμοι και παράτυποι μετανάστες επιβιώνουν αδιαφορώντας για νόμους και κανόνες, και δημιουργούν παράλληλες κοινωνίες. Οι παράλληλες κοινωνίες γεννούν γκέτο, τα γκέτο εκτρέφουν την εγκληματικότητα και η εγκληματικότητα καταστρέφει την κοινωνική συνοχή και ευρυθμία.

Ηθη και μηχανισμοί

Ο ρατσισμός και οι αυτονομημένες κοινότητες είναι αλληλοτροφοδοτούμενες παθογένειες. Η κουλτούρα της αποστροφής προς τον «άγνωστο ξένο» επιφέρει την αδιαφορία για τη ζωή του και έτσι συμβάλλει στην εκπλήρωση του χειρότερου δυνατού σεναρίου για το μέλλον του. Οι ξένοι πληθυσμοί αποκλείονται από την εκπαίδευση, από την εργασία, από την κοινωνική ένταξη και κινητικότητα, εφόσον δεν τους δίνονται πρακτικά κίνητρα και εφόδια να αποκτήσουν ενεργό ρόλο σε κοινωνία και αγορά. Παράλληλα, η κρατική και κοινωνική αδράνεια δίνει άλλοθι και νομιμοποίηση στους εκ πεποιθήσεως εχθρικούς προς την κοινωνική ένταξη μετανάστες (άραγε συνειδητοποιούμε πόσο πολλοί είναι αυτοί;). Η απορρόφηση ξένων πληθυσμών από τον ελληνικό προϋποθέτει οργανωμένη πρωτοβουλία της χώρας υποδοχής, εκούσια συνεργασία του εισερχόμενου, αλλά και ένα σκέλος καταναγκασμού σε ό,τι αφορά την τήρηση των νόμων (οι μετανάστες δεν μπορεί να θεωρούν ότι εξαιρούνται από τη νομιμότητα ή ότι οι πολιτισμικές τους αποσκευές αποτελούν κάποιο είδος κάρτας απαλλαγής από δυσάρεστες υποχρεώσεις). Προς το παρόν, χωλαίνουμε στα πάντα.

Περί εγκατάλειψης

Το επιχείρημα πως η πλατεία Συντάγματος γέμισε μετανάστες από το Πακιστάν και το Αφγανιστάν επειδή οι ντόπιοι σνομπάρουν την πόλη τους βασίζεται σε μια απλουστευτική ιδέα που μόνο μερικώς ισχύει. Πράγματι, τα χρόνια περνούν, οι μόδες αλλάζουν, τα ήθη μεταμορφώνονται. Το γλέντι στις πλατείες μπορεί να ήταν κάποτε για τους Αθηναίους αυτονόητη έκφανση του εορταστικού πνεύματος και τώρα να έχει περάσει στη σφαίρα της γραφικότητας. Μπορεί όντως οι πιο ήσυχες και εξατομικευμένες επιλογές διασκέδασης να είναι πιο δημοφιλείς σήμερα από τις μαζικές, λαϊκές συναθροίσεις του παρελθόντος. Ομως οι Αθηναίοι δεν σταμάτησαν να βγαίνουν στις πλατείες και να αγκαλιάζουν το κέντρο μόνο επειδή άλλαξαν γούστα. Η ολοένα αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στην πόλη και στον πολίτη συνυφαίνεται με μια σειρά προβλημάτων που μαστίζουν την πόλη αδιάκοπα: την έλλειψη χώρου, τις κακές συγκοινωνίες, τη βρωμιά, την αισθητική υποβάθμιση, την επικινδυνότητα και την απουσία ουσιαστικής αστυνόμευσης. Το ίδιο ισχύει για τη γενικότερη εγκατάλειψη του κέντρου, εμπορική και οικιστική: ο κόσμος γυρνά την πλάτη στις περιοχές που δεν του εμπνέουν οικειότητα και ασφάλεια.

Καζαμπλάνκα

Η ελλιπής ή και ανύπαρκτη επαφή των πολιτικών με όλα όσα αποτελούν την αντιδημοφιλή αθηναϊκή καθημερινότητα –τις γειτονιές του κέντρου, τα μέσα μαζικής μεταφοράς, το κομβικό και πολυπλόκαμο σύμπαν της Πατησίων και της Αχαρνών– έχει ως αποτέλεσμα μια βαθιά άγνοια σχετικά με το βάρος που σηκώνει η πόλη στον τομέα του μεταναστευτικού. Η άγνοια του βιώματος συνοδεύεται από τάσεις αποποίησης ευθυνών αλλά και δημιουργίας πλασματικών εντυπώσεων· το καμάρι του υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου κατά την απέλαση δεκαεννέα Μπανγκλαντεσιανών τον προηγούμενο μήνα είναι δηλωτικό τού πόσο επιφανειακά αντιλαμβάνεται το πρόβλημα του μεταναστευτικού. Για ποιον ακριβώς λόγο αποφάσισε να κάνει δηλώσεις στο αεροδρόμιο με φόντο ένα αεροπλάνο; Θεώρησε πως από το ζήτημα έλειπε λίγος κινηματογραφικός αέρας;

Αντίστροφη μέτρηση

Κι ενώ η άχαρη συμβίωση ταλαιπωρημένων Αθηναίων και ηθελημένα ή αθέλητα περιθωριοποιημένων μεταναστών δεν παύει να παράγει συγκρούσεις, το θέμα μέχρι στιγμής ελκύει κυρίως τα άκρα: πατριδοκάπηλους σε αναζήτηση ψήφων και επαγγελματίες του πόνου σε αναζήτηση έμψυχων εργαλείων. Δυστυχώς, όμως, τα κοινωνικά μείγματα που στερούνται κρατικής ρύθμισης δεν αργούν να γίνουν εκρηκτικά.