ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι ανατιμήσεις, ο Μητσοτάκης και οι εκλογές

Αν η πορεία της πανδημίας εξελιχθεί σύμφωνα με το αισιόδοξο σενάριο και αρχίσει μια σταδιακή αποκλιμάκωση από το τέλος Ιανουαρίου, η χώρα μπορεί να ελπίζει σε αποκατάσταση μιας κάποιας ομαλότητας έως το καλοκαίρι. Βεβαίως ουδείς εκ των ειδικών ρισκάρει δημοσίως μια τέτοια δεσμευτική πρόβλεψη, αλλά στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις πολλοί είναι αυτοί που εκτιμούν πως κάπως έτσι θα εξελιχθούν τα πράγματα και απεύχονται τα χειρότερα. Σε αυτές τις θετικές εκτιμήσεις προφανώς βασίζεται και η κυβέρνηση για να κάνει τους σχεδιασμούς της, αν και γνωρίζει ότι για ένα μήνα η κατάσταση θα χειροτερεύει. Εκείνο όμως που απασχολεί τους επιτελείς του Μεγάρου Μαξίμου πέραν της πανδημίας, που έτσι κι αλλιώς στην πραγματικότητα καθορίζει τις επιλογές τους, είναι οι εξελίξεις στην οικονομία. Μπορεί οι γενικοί δείκτες να μοιάζουν εξαιρετικοί και να προμηνύουν μια αναπτυξιακή δυναμική για το τρέχον έτος, αλλά είναι προφανές ότι δεν αρκούν. Για να μπορεί κανείς να σχεδιάζει την πολιτική του ασφαλώς και πρέπει πρωτίστως να γνωρίζει πώς θα κινηθούν τα βασικά μεγέθη της οικονομίας αλλά και να εκτιμά τις συνέπειες από αστάθμητους παράγοντες ώστε να μη βρεθεί προ εκπλήξεων. Για παράδειγμα, ουδείς είχε αξιολογήσει πριν από λίγους μήνες την ένταση της ενεργειακής κρίσης που έφερε τα πάνω κάτω διεθνώς, επηρεάζοντας καθοριστικά και τη χώρα μας. Δεν είναι μόνον οι έκτακτες δαπάνες που αναγκάστηκε να προβλέψει η κυβέρνηση για να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις από την έκρηξη των τιμών στο ρεύμα και το φυσικό αέριο, όσο κυρίως οι μεσοπρόθεσμες συνέπειες στην οικονομία. Αν η ομαλότητα στις τιμές δεν επανέλθει μέσα στο πρώτο τρίμηνο του έτους, η κατάσταση μπορεί να γίνει επικίνδυνη. Η απειλή ενός πληθωριστικού κύματος τρομάζει όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά όλη την Ευρώπη, με μία διαφορά. Σε ώριμες αγορές που οι ελεγκτικοί μηχανισμοί λειτουργούν παραδοσιακά καλύτερα, έπειτα από μια έξαρση λόγω συγκυρίας η κανονικότητα αποκαθίσταται με γρήγορους ρυθμούς. Στα δικά μας πάλι, που ο κάθε κατεργάρης περιμένει την ευκαιρία για να κερδοσκοπήσει, θέλει μεγάλη προσοχή στον έλεγχο της κατάστασης πριν ξεφύγει. Αν αληθεύουν οι πληροφορίες ότι πολυεθνικές αλυσίδες ασκούν πιέσεις για δεύτερη ανατίμηση των προϊόντων τους μέσα σε τρεις μήνες σε μια προσπάθεια να αποκαταστήσουν την απώλεια τζίρου των δύο προηγούμενων ετών, τότε ενδέχεται να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος ανεξέλεγκτων επιπτώσεων.

Μπορεί οι γενικοί δείκτες να μοιάζουν εξαιρετικοί και να προμηνύουν μια αναπτυξιακή δυναμική για το τρέχον έτος, αλλά είναι προφανές ότι δεν αρκούν.

Οι μηχανισμοί ελέγχου της αγοράς οφείλουν να κινητοποιηθούν πριν εδραιωθεί μια αντίληψη γενικευμένων ανατιμητικών προσδοκιών που θα διαλύσουν τους προϋπολογισμούς μισθωτών – συνταξιούχων και γενικώς των χαμηλών εισοδημάτων. Ενας πληθωρισμός της τάξεως του 2% με 3% ετησίως επιμένουν οι ειδικοί πως είναι υγιής εξέλιξη για την οικονομία, αλλά αν ξεφύγουμε από αυτή την περιοχή, τότε κανείς δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει πού μπορεί να φτάσουμε.

Η πορεία τους επόμενους λίγους μήνες σε αυτό το μέτωπο είναι καθοριστική για την ποιότητα της ζωής όλων μας και φυσικά θα προσδιορίσει σε μέγιστο βαθμό και τις πολιτικές εξελίξεις. Σε μια οικονομικά ομαλή προοπτική, ουδείς (εν προκειμένω ο πρωθυπουργός) είναι διατεθειμένος να προκαλέσει την τύχη του με πολιτικές επιλογές (εκλογές) που θα δημιουργήσουν αναταράξεις. Σε διαφορετική περίπτωση, όλα πρέπει να ξανασχεδιαστούν από την αρχή.