ΑΠΟΨΕΙΣ

Το «1922» στις πόλεις

Διάσπαρτα σε κάθε πόλη της Ελλάδας είναι τα ίχνη των προσφυγικών σπιτιών. Πολλά έχουν διασωθεί είτε μεμονωμένα είτε ως σύνολα, γεγονός που επιτρέπει ακόμη και σήμερα την αυτοψία σε αθηναϊκές συνοικίες και σε άλλες πόλεις της χώρας. Το 2022 θα φέρει πλήθος συζητήσεων για την κληροδοτημένη μνήμη, καθώς η επέτειος των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή παίρνει τη σκυτάλη από την προηγούμενη επέτειο των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση.

Τυγχάνει οι επέτειοι αυτές να είναι πυκνές στον χρόνο και με τον τρόπο τους, η μία μετά την άλλη, να συμβολίζουν την ολοκλήρωση του ελληνικού εθνικού κράτους. Η μνήμη του ξεριζωμού για εκατοντάδες χιλιάδες χριστιανούς ορθόδοξους από την καθ’ ημάς Ανατολή είναι κομμάτι πλέον της αστικής τοπιογραφίας στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, σε πόλεις και χωριά, έχει γεννήσει συνοικίες, έχει δώσει ονόματα σε δρόμους και πλατείες και έχει επιφέρει την ώσμωση που οδήγησε στη σύγχρονη νεοελληνική ταυτότητα.

Ωστόσο, ανοικτό παραμένει το ζήτημα της διαχείρισης της μνήμης αυτής τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το αρχιτεκτονικό και οικιστικό εν γένει αποτύπωμά της. Η απαξίωση μιας σημαντικής κληρονομιάς συντελέστηκε ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, όταν το αίτημα για βελτίωση των όρων διαβίωσης στα προσφυγικά ήταν επιτακτικό. Και μαζί με χαλάσματα και παράγκες έφυγαν και πολύ ενδιαφέροντα οικιστικά σύνολα, προϊόντα είτε της κρατικής κοινωνικής κατοικίας είτε της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Χαρακτηριστική είναι η χρόνια αμηχανία κράτους και κοινωνίας απέναντι στα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Η από κάθε άποψη απαράδεκτη κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει υπηρετεί τη συνεχιζόμενη απαξίωσή τους στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Σε άρθρο του στην «Κ» (5.12.21), ο καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο Ινστιτούτο Προηγμένων Μελετών του Πρίνστον, Αγγελος Χανιώτης, έγραφε πως οι προσφυγικές πολυκατοικίες της Αλεξάνδρας «είναι πραγματικά μνημεία της αρχιτεκτονικής ιστορίας της Ελλάδας». Η εξαθλιωμένη όψη τους αδικεί την ιστορία τους, τους ανθρώπους που έζησαν εκεί και βεβαίως την ίδια την Αθήνα. Θα μπορούσαν και σήμερα να γίνουν διαμερίσματα ειδικού σκοπού μέσα σε κήπους. Ενας περίπατος ανάμεσα στα συγκροτήματα, λίγη διεθνής εμπειρία και πρωτίστως αγάπη για την Αθήνα και την προσφυγική ιστορία αρκούν για να μπορέσει να δει κανείς ένα θησαυρό εν υπνώσει.

Αλλά η επέτειος των 100 ετών, που θα διαρκέσει έως το 2024, θα προκαλέσει σειρά προβληματισμών. Το αστικό τοπίο μπορεί να εμπλουτιστεί προς όφελος της μνήμης αλλά και του μέλλοντος των πόλεων.