ΑΠΟΨΕΙΣ

«Κάλλος» που διασπάται και ανασυντίθενται

«Ο ανθρώπινος βίος είναι γεμάτος απώλειες – μικρές ή μεγάλες αδιακρίτως: από την απώλεια της σιγουριάς μέσα στη μήτρα, κατόπιν την απώλεια του μαστού της μάνας μας, της παιδικής χαράς, της εφηβικής νιότης και χάρης, του πρώτου μας έρωτα, της αθωότητάς μας, των πρώτων νεκρών μας, συγγενών ή φίλων… Oμως από τις μεγαλύτερες απώλειες είναι αυτή των λέξεων και των νοημάτων τους, καθώς οι εποχές περνούν και οι γενιές των ανθρώπων αλλάζουν – όσο αλλάζουν. Αυτή υπήρξε για μένα η γενεσιουργός αιτία αυτής της έκθεσης για το “Κάλλος”: η απώλεια των νοημάτων της λέξης και η απώλεια της αρχαίας ελληνικής αισθητικής». Η εισαγωγή του Νικόλαου Σταμπολίδη στον εξαιρετικό κατάλογο της έκθεσης στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, δεν είναι μόνο ένας οδηγός περιπλάνησης στα περίπου 320 έργα, από την Ελλάδα και την Ιταλία, που ταξινομούνται σε 10 ενότητες (Καλλωπισμός, Κάλλος θνητών, ηρωικό/πολεμικό, αθλητικό, δαιμονικό, θεϊκό κάλλος κ.ο.κ.). Είναι και μια διαδρομή σε μια παράδοξη σωματικότητα άλλοτε υπέρτατης ομορφιάς, υπαινικτικής ή εξωστρεφούς, άλλοτε κρυμμένων συμβόλων/αντικειμένων που με την πάροδο του χρόνου αποκτούν ένα θαυμαστικό και άλλο τόσο μυστικιστικό χαρακτήρα. Τα εκθέματα ξεκινούν από την Αρχαϊκή και φθάνουν έως και την Ελληνιστική περίοδο με ελάχιστη ενίσχυση από τη Ρωμαϊκή εποχή. Η πύκνωση του χρόνου και η πυκνότητα των έργων σε συνδυασμό με τις σύγχρονές τους κάθε φορά γραπτές πηγές, διευρύνουν τα όρια πολλαπλασιάζοντας αισθήματα και συνειρμούς. Το βλέμμα καθαρίζει έστω κι αν δεν είναι δυνατόν να καταγράψει το σύνολο. Επισημαίνει, επιλέγει, «βλέπει» δεν «κοιτά» απλώς, προσπερνώντας αφηρημένα. Κάποιοι επισκέπτες, μάλιστα, επιστρέφουν σε αίθουσες στις οποίες έχουν ήδη περιηγηθεί για να ξαναβρούν κάτι που «παρέλειψαν». Oπως συμβαίνει με ένα βιβλίο· ξαναγυρνάς σε προηγούμενες σελίδες αναζητώντας συνδέσεις που «φωτίζονται» διαφορετικά καθώς η ανάγνωση προχωράει.

Ο επί 25 χρόνια διευθυντής του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης αποχαιρετά έτσι τη θέση του (έχει ήδη αναλάβει τα νέα του καθήκοντα ως γενικός διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης) δημιουργώντας ένα (ακόμη) σημείο αναφοράς. Επανατοποθετεί το «κάλλος» στη σημερινή γλώσσα όσο χρειάζεται για να εμπλουτίσει τη σκέψη να τολμήσει και να ενθαρρύνει το βλέμμα να αναβαπτιστεί στο «ωραίο». Oσο θνησιγενής και να είναι ο εσωτερικός διάλογος που προκαλεί στον επισκέπτη άλλο τόσο ριζώνει και παράγει καρπούς. Ο τρόπος που οι δύο επιμελητές (ο κ. Σταμπολίδης και ο δρ Ιωάννης Φάππας) επέλεξαν και τοποθέτησαν τα εκθέματα δημιουργεί κόσμους συγκοινωνούντες και παράλληλους. Το «κάλλος» διασπάται και ανασυντίθεται στον χρόνο, παίρνοντας τη μορφή πότε ενός αγαλματικού συμπλέγματος, μιας μαρμάρινης κεφαλής, ενός χάλκινου κατόπτρου, ενός πήλινου ειδωλίου (όπως εκείνο το υπέροχο, οκλάζουσας γυμνής παχύσαρκης γυναίκας), ενός ακροκέραμου ή ενός μυροδοχείου. Γράφει ο Κ. Παλαμάς και μας θυμίζει ο Ν. Σταμπολίδης στον πρόλογό του: «Και αν ξεχνούν οι άνθρωποι, πάντα θυμούνται εκείνες (οι λέξεις)».

Η έκθεση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης επανατοποθετεί το «κάλλος» στη σημερινή γλώσσα.

Φεύγοντας από την έκθεση (διαρκεί έως τις 16 Ιανουαρίου), «πήρα» μαζί μου μια λέξη: «μειξογενές». Αναφερόταν στο σύντομο κείμενο που συνόδευε μία από τις δύο Σφίγγες που κοσμούν το υπέρθυρο της εισόδου στο ταφικό μνημείο του λόφου Καστά στην Αμφίπολη. Η Σφιγξ, λοιπόν, είναι μειξογενές πλάσμα με σώμα λιονταριού, φτερά πουλιού και κεφάλι γυναίκας, και ενσαρκώνει τον φύλακα και προστάτη σε ταφικά σύνολα και ιερά. Μέσα από τις αδιάγνωστες διαδρομές των συνειρμών, βρήκα τον τρόπο να αποδώσω αυτά τα «ετερομελή» πλάσματα που δημιουργεί στις παραστάσεις του ο Δημήτρης Παπαϊωάννου: διαφορετικά πάνω και κάτω μέλη δύο σωμάτων ή τεχνητά μέλη που ανήκουν σε άλλα είδη, «ενώνονται» και συναποτελούν μια νέα οντότητα.

Σαν εκείνη την αμφιπρόσωπη πήλινη οινοχόη (αγνώστου προέλευσης), του 5ου αι. π.Χ., που αποτελείται από δύο συνενωμένες γυναικείες προτομές. Η έκθεση στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης γίνεται κινητήριος μοχλός. Το «Κάλλος» δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος.