ΑΠΟΨΕΙΣ

Ελπίδες από την «ανέφικτη» μείωση των εκπομπών αερίου

Η κλιματική αλλαγή, μία από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες των τελευταίων δεκαετιών, δεν θα είναι εύκολη, ούτε χωρίς μακροχρόνιες οικονομικές επιπτώσεις. Είναι πιο ρεαλιστικό να τη βλέπουμε σαν μια διαδικασία αλλεπάλληλων πολιτικών συμβιβασμών, που ίσως οδηγήσουν στην επόμενη τεχνολογική επανάσταση. Στη θεωρία, οι περισσότερες κυβερνήσεις του πολιτισμένου κόσμου συμφώνησαν (με δυσκολίες) στον περιορισμό των εκπομπών αερίου. Η πράσινη εποχή απαλλαγής του συστήματος από τον άνθρακα άρχισε. Στην πράξη όμως αυτό που βιώνουν οι αγορές και οι καταναλωτές είναι η αύξηση της τιμής ρεύματος, πετρελαίου, αερίου, της ενέργειας. Αποδεικνύεται ότι η μετάβαση στη νέα εποχή δεν είναι εύκολη, ούτε και χωρίς κόστος. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους τους τελευταίους μήνες του 2021 θα επηρεάσει  αρνητικά φέτος την ανάπτυξη σε πολλές περιοχές του κόσμου, στην Ευρώπη, φυσικά και στην Ελλάδα. Σύμφωνα με το δελτίο εξελίξεων στη βιομηχανία του ΙΟΒΕ (Ιανουάριος 2022) η τιμή χονδρικής φορτίου βάσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα αυξήθηκε τον Νοέμβριο 16,1% σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα. Η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα (236,91 ευρώ/MWh) ήταν υψηλότερη (έως και 34,5%) από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές και 182% πάνω από την τιμή συστήματος NordPool.

Αντιθέτως, η τιμή του φυσικού αερίου στην Ελλάδα το δεύτερο τρίμηνο του 2021 ακολούθησε τις ανοδικές τάσεις βασικών αγορών της Ευρώπης, αλλά παρέμεινε σε χαμηλότερα επίπεδα. Το δεύτερο τρίμηνο του 2021, η μέση τιμή εισαγωγής φυσικού αερίου στην Ελλάδα ήταν 25% χαμηλότερη σε σχέση με τη μέση spot τιμή στις αγορές Ολλανδίας και Γερμανίας.

Η μέση τιμή δικαιωμάτων εκπομπών CO2 αυξήθηκε τον Δεκέμβριο συνεχίζοντας την έντονα ανοδική πορεία (αύξηση 221%) τους τελευταίους 14 μήνες. Τον Δεκέμβριο, η μέση τιμή των δικαιωμάτων εκπομπών CO2 αυξήθηκε 22,9% συγκριτικά με τον προηγούμενο μήνα. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι δικαιώθηκε η κυβερνητική επιλογή να εγκαταλειφθεί ο λιγνίτης, γιατί ήδη είναι ακριβό καύσιμο.

Παρά τις δυσκολίες και τις καθυστερήσεις, είναι ευκαιρία για την επόμενη βιομηχανική επανάσταση.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη. Η μακροπρόθεσμη επιλογή απαλλαγής από τον άνθρακα έρχεται σε αντίθεση με άμεσες, βραχυπρόθεσμες ανάγκες. Η Σύνοδος του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή αποφάσισε την ενίσχυση των δεσμεύσεων για μηδενική εκπομπή αερίου στα μέσα του αιώνα. Η εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα πρέπει να μειωθεί κατά 45% το 2030 και να είναι μηδενική το 2050, προκειμένου να συγκρατηθεί παγκοσμίως η αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1,5 βαθμό.

Η τελευταία έκθεση του ΟΗΕ, όμως, αποκαλύπτει ότι θα παράγεται διπλάσια   ποσότητα ορυκτών καυσίμων το 2030 από όση προβλέπουν οι διεθνείς συμφωνίες, προκειμένου να μειωθεί η εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου. Υπάρχει δηλαδή πλεόνασμα εκπομπών την ερχόμενη δεκαετία, που δεν είναι συμβατό με τις δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί. Προφανώς οι έντονες καιρικές συνθήκες, οι επιπτώσεις της πανδημίας, αλλά και εγκατεστημένα συμφέροντα προκαλούν προσκόμματα στη γενική συμφωνία που αφορά την κλιματική αλλαγή.

Η αισιόδοξη πλευρά είναι ότι όλα αυτά και παρά τις δυσκολίες και τις καθυστερήσεις είναι ευκαιρία για την επόμενη βιομηχανική επανάσταση. Η γρήγορη μετάβαση στην κλιματική αλλαγή επιβάλλει νέες ανάγκες σε μεταλλεύματα και ορυκτά, και μάλιστα σε ποσότητες πολλαπλάσιες από εκείνες του παρελθόντος. Αυτό θα φέρει την επόμενη δημιουργική αναστάτωση, με άνοδο τιμών κάποιων πρώτων υλών, μεγάλες επενδύσεις για την παραγωγή τους, αλλά και καινοτομίες για την παραγωγή ή την υποκατάστασή τους.

Μόνο στον χαλκό και στο νικέλιο η ζήτηση μπορεί να έχει επταπλασιαστεί και η κάλυψή της θα απαιτήσει επενδύσεις 350 δισ. δολ. έως το 2030. Είναι η χρηματοδότηση του νέου κύκλου καινοτομιών.