ΑΠΟΨΕΙΣ

Πώς θα επιτύχουμε στο νέο προσφυγικό

Οι εικόνες προσφύγων συγκλονίζουν. Οπως οι εικόνες από τη Λέσβο αλλά και από τα σύνορα ΗΠΑ – Μεξικού. Η μνήμη όμως είναι επιλεκτική και οι αναλογίες συχνά παραπλανούν. Καθώς προβάλλει το νέο προσφυγικό, πρέπει να αξιοποιήσουμε την εμπειρία του προηγούμενου – της παγκόσμιας προσφυγικής κρίσης που άρχισε με τις εχθροπραξίες στη Συρία και που ακόμα εξελίσσεται. Το νέο προσφυγικό από την Ουκρανία θα περάσει από ανάλογες φάσεις που, αυτή τη φορά, μπορούμε να προβλέψουμε για να προετοιμαστούμε.

Αν εξετάσουμε την προηγούμενη δεκαετία ως σύνολο, τότε το συνολικό σκορ –και παρά επιμέρους αναλαμπές– δεν είναι θετικό. Η παρουσία προσφύγων κάποιες στιγμές επιβεβαίωσε την αξία της αλληλεγγύης και συνεργασίας. Συνολικά όμως κατέληξε σε διαλυτικό φαινόμενο που διχάζει κοινωνίες. Η Ευρωπαϊκή Ενωση των 550 εκατομμυρίων δεν έπεισε ότι μπορεί να λύσει το πρόβλημα 5 εκατομμυρίων συνανθρώπων.

Τώρα, που αρχίζει νέος κύκλος, τι διδάγματα μπορούμε να εξάγουμε από τις πολλές αστοχίες –και τις λίγες επιτυχίες– του προηγούμενου; Αν και η κατάσταση αλλάζει καθημερινά, τρεις διασαφηνίσεις και τρία διδάγματα πρέπει να προσανατολίζουν την αντίδραση της Ευρώπης συνολικά και της Ελλάδας.

Διασαφήνιση πρώτη: Αυτό που ζούμε σήμερα –με τα 4,5 εκατομμύρια γυναικόπαιδα από την Ουκρανία να αναζητούν ασφαλές καταφύγιο– δεν είναι το αντίστοιχο του 2015, αλλά της προηγούμενης φάσης (του 2012). Τότε οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε γειτονικές περιοχές (κυρίως στην Τουρκία) περιμένοντας την έκβαση του πολέμου για να σχεδιάσουν την επόμενη κίνηση.

Διασαφήνιση δεύτερη: Κάθε μετακίνηση μετά την πρώτη φάση έχει έντονο οικονομικό περιεχόμενο. Οι οικογένειες μετακινούνται επειδή συγκρίνουν σημερινές προοπτικές με τις ευκαιρίες αλλού. Οσο απομακρυνόμαστε από τις εχθροπραξίες, τόσο ενισχύεται ο οικονομικός παράγοντας. Το δίπολο «καλοί πρόσφυγες» και «κακοί μετανάστες» είναι αποπροσανατολιστικό και αποκλείει κάθε θετικό αφήγημα. Χωρίς θετικό αφήγημα δεν υπάρχει καλή διαχείριση – μόνο αναποτελεσματικότητα και δυσανεξία.

Διασαφήνιση τρίτη: Αναμένονται μετακινήσεις που θα αφορούν πολύ ευρύτερες περιοχές. Ηδη βλέπουμε μετακινήσεις από τη Ρωσία και από τη Λευκορωσία – νέους ανθρώπους που φοβούνται την αποκοπή από την παγκόσμια κοινότητα. Σύντομα αυτό θα επεκταθεί και προς άλλες περιοχές.

Οι αποφάσεις που θα λάβουμε σήμερα δεν πρέπει να λησμονούν:

Δίδαγμα πρώτο: Τα αυθόρμητα κύματα αλληλεγγύης των πρώτων φάσεων πρέπει να κεφαλαιοποιηθούν για να διευκολύνουν τις μεταγενέστερες. Αλλιώς, η αρχική πλημμυρίδα συμπάθειας εύκολα μεταπίπτει σε «μεταναστευτική κόπωση».

Δίδαγμα δεύτερο: Ο κατακερματισμός του συνολικού προβλήματος σε μωσαϊκό επιμέρους εθνικών θεμάτων εγκαθιδρύει ένα είδος «διλήμματος του φυλακισμένου». Κάθε κράτος που προσπαθεί να επιλύσει το δικό του πρόβλημα μετακυλίοντας το σε κάποιο άλλο δρομολογεί μια τελική κατάσταση που είναι χειρότερη για όλους.

Κάθε κράτος που προσπαθεί να επιλύσει το δικό του πρόβλημα μετακυλίοντάς το σε κάποιο άλλο, δρομολογεί μια τελική κατάσταση που είναι χειρότερη για όλους.

Δίδαγμα τρίτο: Πρέπει από την πρώτη στιγμή να κυριαρχήσουν θετικά αφηγήματα αμοιβαίου κέρδους – win-win και να αποθαρρύνουν αμυντικές συμπεριφορές που παλιότερα κατέληξαν σε lose-lose. Οι μετακινούμενοι πληθυσμοί φέρνουν μαζί τους μια υπόσχεση καλύτερης ζωής για τους ίδιους και τις κοινωνίες που τους υποδέχονται. Το δυνητικό κέρδος, όμως, μπορεί να εισπραχθεί μόνο σε ανοιχτές κοινωνίες. Αυτές, μακριά από φοβικά σύνδρομα, επινοούν συνεργασίες, εντοπίζουν ευκαιρίες – και τελικά ευδοκιμούν: πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά.

Η επιλογή κοινωνικής ένταξης –ισχύει και στο προσφυγικό– δεν είναι στιγμιαία χειρονομία καλής διάθεσης. Είναι μακροχρόνια στρατηγική που απαιτεί δέσμευση και επιμονή. Δεν περιορίζεται στο κράτος. Για να επιτύχει απαιτεί την κινητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών – των μη κυβερνητικών οργανώσεων που δαιμονοποιήθηκαν στην περασμένη δεκαετία.

Η Ε.Ε. δείχνει να έχει εισπράξει τα μαθήματα επειδή:

Πρώτον, επιτρέπει τη χωρίς περιορισμούς εργασία Ουκρανών οπουδήποτε στην Ε.Ε. για τρία χρόνια, διαφοροποιούμενη ριζικά από τον γραφειοκρατικό κυκεώνα της Βρετανίας.

Δεύτερον, διαφαίνεται πρόθεση να υπαχθεί η ένταξη προσφύγων στο συνολικότερο πρόγραμμα ανοικοδόμησης –αναδεικνύοντας έτσι θετικές πτυχές– π.χ. στο πλαίσιο απάντησης σε προβλήματα ελλείψεων εργασίας.

Τρίτον, αποδίδεται εξαρχής έμφαση στην πιο ευάλωτη αλλά ταυτόχρονα και πιο ελπιδοφόρα περίπτωση – τα παιδιά: αποδέκτες βαρβαρότητας, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης. Παραμένει ανοιχτό, όμως, το θέμα των παιδιών που δεν μπορούν (αν και πρέπει) να μετακινηθούν: παιδιά σε ορφανοτροφεία και σε ιδρύματα στην Ουκρανία (περίπου 170.000). Ο αριθμός παιδιών σε κίνδυνο αυξάνεται με κάθε βόμβα που πέφτει στις πόλεις, με κάθε τρένο που ανατινάζεται, με κάθε λεωφορείο διαφυγής που τυλίγεται στις φλόγες. Αυτά τα παιδιά δεν θα έρθουν μόνα τους. Μας περιμένουν εκεί. Εμείς τι θα κάνουμε;

Στην Ουκρανία αναμετρώνται οι δημοκρατικές και φιλελεύθερες δυνάμεις με την καταστολή και τον αυταρχισμό. Οι ανοιχτές κοινωνίες, βλέποντας μπροστά, μπορούν να μετατρέψουν την ανθρωπιστική κρίση σε ευκαιρία προκοπής για όλους. Οι κλειστές επενδύουν στον φόβο του «άλλου» και καταλήγουν να περιχαρακώνουν τη μιζέρια. Η διαχείριση της προσφυγικής κρίσης είναι ευκαιρία να αποδείξουμε με ποια πλευρά είμαστε ταγμένοι.

* Η κ. Αντιγόνη Λυμπεράκη είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.