ΑΠΟΨΕΙΣ

Να σέρνεσαι στο έδαφος ή να σχοινοβατείς στον αέρα;

Τι είναι χειρότερο από μια κακή κυβέρνηση; Για τον κεντρώο ψηφοφόρο, που με σισύφεια λαχτάρα κυνηγάει εδώ και δώδεκα χρόνια τη χίμαιρα της κανονικότητας, χειρότερη από μια κακή κυβέρνηση θα ήταν η καθόλου κυβέρνηση. Με αυτή τη βεβαιότητα, η Νέα Δημοκρατία μπορεί βάσιμα να προσδοκά ότι θα προσεταιριστεί στο τέλος ακόμη και τους ψηφοφόρους εκείνους που δεν εκτίμησαν τις κυβερνητικές της επιδόσεις· που μπορεί να είναι δυσαρεστημένοι και να εκφράσουν αυτή τη δυσαρέσκεια στην πρώτη κάλπη της απλής αναλογικής. Στο τέλος, όμως, θα προτιμήσουν τη μόνη πρόταση κυβερνητικής σταθερότητας.

Αυτή η ωµή λογική δικαιώνεται από τις πρώτες αναγνωριστικές βολές στο οιονεί προεκλογικό πεδίο. Μόλις τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δοκίμασαν να δώσουν περιεχόμενο στο δικό τους εκλογικό προϊόν, τρόμαξαν και οι ίδιοι με αυτό που προτείνουν. Σήκωσαν το πρώτο προπαγανδιστικό κέλυφος της μπαμπούσκας που ονομάζουν «προοδευτική διακυβέρνηση». Και αναδύθηκε ένας Βαρουφάκης. Ενας Κουτσούμπας.

Η αδυναμία των αντιπάλων του να παρουσιάσουν κάτι «κυβερνησιμότερο» από μια δυστοπική φάρσα, φαίνεται να εξασφαλίζει στον Μητσοτάκη το εκλογικό μονοπώλιο της σταθερότητας. Σίγουρο; Οχι και τόσο.

Αριστερόστροφο ή δεξιόστροφο, το Κεντρώο «Κόμμα» της Κανονικότητας αποστρέφεται τα ρίσκα. Ο εγγενής συντηρητισμός του είναι αξιακά προσανατολισμένος σε εκείνους που του προσφέρουν ασφάλεια. Ακόμη κι αν επιχειρηθεί στο όνομα της ασφάλειας, το διάβημα για εκκαθάριση της εκλογικής εκκρεμότητας το φθινόπωρο κινδυνεύει να εκληφθεί ανάποδα: Κινδυνεύει να φανεί σαν τεχνητή –ιδιοτελώς προμελετημένη– πρόκληση μιας πολιτικής κρίσης μέσα στις κρίσεις.

Γι’ αυτό έχει σημασία το ερώτημα ποιος θα χρεωθεί τις πρόωρες. Είναι πειστικό το άλλοθι της «τοξικότητας»; Ποιος θα ενοχοποιηθεί στο ενδεχόμενο μιας φθινοπωρινής ακυβερνησίας;

Δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί κανείς: Ας πούμε ότι ο Πούτιν κόβει όντως στην Ευρώπη το αέριο. Ας πούμε ότι συγκαλείται στο τέλος Σεπτεμβρίου μια έκτακτη Σύνοδος Κορυφής για να αποφασίσει ένα σχέδιο «ελεγχόμενης κατανάλωσης» ενέργειας. Ποιος θα φταίει που σε αυτή τη σύνοδο θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα όχι ένας κανονικός πρωθυπουργός, αλλά ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου;

Το σενάριο αυτό δεν είναι το χειρότερο. Βοηθάει όμως για να σκεφτεί κανείς, πέρα από την εκλογική αριθμητική.

Λένε ότι, με το κλίμα που έχει δημιουργηθεί, και τη φθορά του πληθωρισμού να γίνεται ήδη αισθητή, η κυβέρνηση «σέρνεται». Τα στελέχη της λειτουργούν μόνο ως φορεία προσωπικής εκλογικής αγωνίας. Ακόμη κι αν δεν έπρεπε να γίνουν, οι εκλογές δεν μπορούν πια να αναβληθούν.

Ισως. Ακόμη όμως κι αν όλα εξελιχθούν βάσει σχεδίου· κι αν η Ν.Δ. καταφέρει στη δεύτερη κάλπη, χωρίς ενδιάμεσα ατυχήματα, να φτάσει το 38%. Ποιο είναι πάλι το πιο σίγουρο σκαρί για να διαπλεύσεις την κρίση; Μια κουρασμένη κυβέρνηση με σταθερή πλειοψηφία 157 βουλευτών; Ή μια νωπή κυβέρνηση που θα σχοινοβατεί στο 151;

Φραγκοσυριανές

Οποιος έχει δει τον Σταύρο Ξαρχάκο επί σκηνής, μάλλον δεν εξεπλάγη από το βίντεο που δοξάζεται τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Ο συνθέτης δεν παραδίνεται απλώς – γίνεται ο ίδιος η μουσική που διευθύνει. Σαν να προσπαθεί η μελωδία να βγει στον κόσμο μέσα από τα μέλη του, που «σπάνε» –πόδια στη γη, χέρια στον αέρα– χτυπημένα από το ρεύμα των ήχων. Το πρωτότυπο στο βίντεο από τη συριανή ταβέρνα είναι τα πρόσωπα των παιδιών, στα μικρά χέρια των οποίων τα όργανα διπλασιάζονται. Το ακόμη πιο πρωτότυπο είναι πώς ξαναγεννιέται αυτό το τραγούδι, που το νόμιζες ξεθυμασμένο. Πόσες Φραγκοσυριανές έχουν αντέξει τα αυτιά του ανθρώπου – Φραγκοσυριανές διαθλασμένες από βραχνά ηχεία σε παραθαλάσσιες ταβέρνες, «σκοτωμένες» από φωνές πληρωμένες για να συνοδεύουν κατεψυγμένους μουσακάδες και Greek salads με πλαστική φέτα. Κι ωστόσο, τα ανασκαφικά χέρια του Ξαρχάκου ανασύρουν από το κακοποιημένο αριστούργημα του λαϊκού πολιτισμού τη θαμμένη του ρώμη. Φυσούσε μελτέμι. Η ηχογράφηση είναι κακή. Αλλά το τραγούδι που νόμιζες ότι δεν αντέχεις να ξανακούσεις, σου προσφέρεται σαν να το ακούς για πρώτη φορά.