ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο διαρκής θρίαμβος της υποκρισίας

Η συνάντηση του Ιβο βαν Χόβε με τον Μολιέρο ήταν καθαρτική. Ο 64χρονος, περιζήτητος, Βέλγος σκηνοθέτης παρουσίασε στο Φεστιβάλ Αθηνών (την προηγούμενη εβδομάδα) τον «Ταρτούφο» με την Comédie-Française, βασισμένο στο ανέκδοτο κείμενο της απαγορευμένης πρώτης εκδοχής του έργου (1664). Η έμμετρη αυτή κωμωδία σε τρεις πράξεις, αποκατεστημένη από τον ιστορικό του θεάτρου Ζορζ Φορεστιέ, προκάλεσε στη Γαλλία πολλές συζητήσεις. Ομως, το θέμα μας δεν είναι οι θεατρολογικές αντεγκλήσεις, πόσο δόκιμη είναι ή όχι η ανασύνθεση του κειμένου, η οποία διαφέρει μεν αλλά όχι καθοριστικά από τον «Ταρτούφο» (στην τρίτη επίσημη εκδοχή του, 1669) που γνωρίζουμε έως σήμερα.

Φέτος, «έτος Μολιέρου», καθώς γιορτάζονται τα 400 χρόνια από τη γέννησή του, η Comédie-Française επέλεξε να τον τιμήσει με το έργο με το οποίο προκάλεσε τον κλήρο και την εξουσία και λίγο έλειψε να σημάνει το τέλος της σταδιοδρομίας του.

Η υποκρισία, μέσα από την ψευτοευσέβεια και τη θρησκοληψία, είναι στον πυρήνα αλλά και σε όλη την έκταση αυτής της μολιερικής θεατρικής σύνθεσης, σε κάθε έκφανση και πτυχή της, ο καμβάς και το περιεχόμενό της.

Ο Ιβο βαν Χόβε εστίασε σε αυτό που χειρίζεται μοναδικά: στην έξοχη χρήση του χώρου και στις «σωματικές» ερμηνείες των ηθοποιών του. Τίποτε ακαδημαϊκό, με την έννοια του ανιαρού, τίποτα παρωχημένα κωμικό, με την έννοια της αμηχανίας –και σανίδας σωτηρίας– πολλών σκηνοθετών. Στην Ελλάδα είχαμε ευτυχήσει, με το Αμφι-θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου και στη συνέχεια με τον Λευτέρη Βογιατζή, να δούμε εξαιρετικές παραστάσεις έργων του Μολιέρου.

Ο Iβο βαν Χόβε, στον «Ταρτούφο» του, μας προκαλεί να δούμε τα σημάδια ενός κόσμου που νομίζουμε ότι ανήκει σε άλλους αιώνες…

Στην Πειραιώς 260 δέσποζε μια γυμνή σκηνή, με ελάχιστα –τα απαραίτητα για τη δράση– αντικείμενα, το μαύρο χρώμα και το σκοτάδι, με την πυράκτωση της φλόγας και τη θολούρα της υγρής ομίχλης, οι ηθοποιοί ντυμένοι στα μαύρα κι αυτοί, εκτός από την Ελμίρα, τη γυναίκα του Οργκόν, που προκαλεί το ασίγαστο πάθος του Ταρτούφου, η οποία κυκλοφορεί με κοντά αέρινα φορέματα και γόβες.

Ο Βέλγος σκηνοθέτης φώτισε ένα κείμενο που νομίζαμε ότι ξέραμε και είχαμε τακτοποιήσει μέσα μας ώστε να μην περιμένουμε να μας προσφέρει έκπληξη. Και «φώτισε» κάθε λέξη και κάθε όψη του, μέσα σε αυτό το σκοτεινό τοπίο που επέλεξε. Το «διάβασε» ως καυστικό κοινωνικό δράμα. Ο ψευτοθρησκευόμενος Ταρτούφος που κατορθώνει να «τυλίξει» στο ψεύδος του, κερδίζοντας την τυφλή προσήλωση του Οργκόν και της μητέρας του, καταστρέφοντας (έως την ανατροπή και την αποκάλυψη) τον πλούσιο Παριζιάνο αστό και την οικογένειά του, είναι, στην παράσταση, απολύτως διάφανος στην πλεκτάνη του. Οι ήρωες μοιάζουν παγιδευμένοι μέσα σε ένα ρινγκ, όπου σώματα και επιθυμίες συγκρούονται, γεννώντας πάθη, φέρνοντας στην επιφάνεια σκληρές αλήθειες, κλονίζοντας το οικοδόμημα «οικογένεια», την εξουσία του ενός και ταυτόχρονα τη μεγάλη αδυναμία του να υπερβεί τον λαϊκισμό των ψεμάτων, των εύκολων λύσεων. Ο Οργκόν είναι θεωρητικά και μόνο ο κύριος του σπιτιού. Ο Ταρτούφος με την εξόφθαλμη μεν, πειστική όμως για άλλους, υποκρισία του, ορίζει τις τύχες των ανθρώπων. «Συνεπώς ο άνθρωπος δεν είναι άλλο παρά μασκάρεμα, δεν είναι άλλο παρά ψέμα και υποκρισία, και απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στους άλλους. Δεν θέλει να του λένε την αλήθεια. Και όλες αυτές οι προδιαθέσεις, που τόσο απέχουν από τη δικαιοσύνη και τη λογική, έχουν ρίζα φυσική μες στην καρδιά του». Το ταιριαστό απόσπασμα, από τις «Σκέψεις» του Γάλλου φιλοσόφου του 17ου αιώνα Μπλεζ Πασκάλ (που αλιεύσαμε από το πρόγραμμα του Λευτέρη Βογιατζή για τον «Μισάνθρωπο»), μιλάει ακριβώς γι’ αυτό: για την αέναη αυταπάτη, την αμοιβαία εξαπάτηση, την αποστροφή για την αλήθεια.

Ο Iβο βαν Χόβε «προικίζει» τα σώματα των ηθοποιών με τη δυναμική της έκφρασης αυτών των συναισθημάτων, τη βία τους, το απωθητικό αλάφιασμα που ταυτίζει τον πόθο με ένα διαρκές ανεκπλήρωτο. Μας προκαλεί να δούμε τα σημάδια ενός κόσμου που νομίζουμε ότι ανήκει σε άλλους αιώνες…