ΑΠΟΨΕΙΣ

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: Τραύματα

Κάποιοι δεν θυμούνταν καν τι τους είχε συμβεί. Για να διαχειριστεί το τραύμα, ο εγκέφαλός τους το είχε απωθήσει στο υπόγειο της μνήμης. Μόλις όμως ήρθαν αντιμέτωποι με τις καταγγελίες των άλλων, η μνήμη αφυπνίστηκε. Ο ένας μετά τον άλλο άρχισαν να θυμούνται και να καταγγέλλουν όσα είχαν υποστεί ως παιδιά στην Καθολική Εκκλησία της Βοστώνης. (Οι περιγραφές στο βιβλίο «The Body Keeps the Score» του Bessel van der Kolk, ενός από τους ψυχιάτρους που είχαν καταθέσει ως εμπειρογνώμονες στις δίκες της Βοστώνης και είχαν βοηθήσει θύματα να ξαναβρούν την ψυχική τους ισορροπία, είναι συγκλονιστικές.)

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: Τραύματα-1Το σκάνδαλο εκείνο δεν αφορούσε μόνο τους αυτουργούς. Αφορούσε κυρίως την άρνηση της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας να δει το πρόβλημα· και, σε δεύτερο χρόνο, την προσπάθειά της να το προσπεράσει σιωπηρώς, απλώς μεταθέτοντας τους δράστες και φιμώνοντας τους μάρτυρες.

Το ίδιο µοτίβο –άρνηση και συγκάλυψη– συναντά κανείς και στην πιο πρόσφατη υπόθεση, με τον Αρχιεπίσκοπο της Κολωνίας στη Γερμανία να εγκαλείται ότι στις υποθέσεις κακοποίησης είχε ως πρώτο μέλημά του τη μυστικότητα.

Οταν το έγκλημα δηλητηριάζει όλη την κοινότητα.

Αυτό το δευτερογενές σκάνδαλο, της συστημικής συνενοχής, είναι ίσως χειρότερο από την αρχική πράξη. Υπό τον φόβο της δυσφημιστικής βλάβης, το σύστημα περιχαρακώνεται, προσφέροντας ασυλία στους δράστες, και διαιωνίζοντας τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία είναι εφικτός ο εξουσιασμός των ευάλωτων παιδιών.

Ο τόνος στον οποίο ο Αρχιεπίσκοπος αντέδρασε στις καταγγελίες για την «Κιβωτό», δείχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο κ. Ιερώνυμος δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι η Εκκλησία δεν έχει μόνο καθήκον, αλλά και συμφέρον να εκκαθαριστεί πειθαρχικά και δικαστικά κάθε σκιά – ακόμη κι αν η συγκεκριμένη δομή δεν υπάγεται ιεραρχικά στην εκκλησιαστική διοίκηση. Αρκεί άραγε ο παραδειγματικός αναθεματισμός ενός κρούσματος; Είναι σε θέση η Εκκλησία να ξανασκεφτεί τα σχήματα διά των οποίων παρέχει το κοινωνικό της έργο; Είναι σε θέση να συζητήσει με την πολιτεία την υπέρβαση των ιδρυμάτων – του στεγανού μικρόκοσμου που αποδεδειγμένα, παντού στον κόσμο και ανεξαρτήτως δόγματος, λειτουργεί ως εκκολαπτήριο κακοποιητικών συμπεριφορών;

Λένε ότι το έγκλημα της παιδικής κακοποίησης δεν καταστρέφει μόνο τα θύματα. Απλώνεται στην οικογένεια και στην κοινότητα, κλονίζοντας τις ζωές των μελών τους και εγκαθιστώντας στις σχέσεις τους μια παραλυτική καχυποψία.

Το ζούµε ήδη τώρα: Η αποκαθήλωση ενός προσώπου που είχε υμνηθεί ως υπόδειγμα προσφοράς δεν είναι απλώς η δική του πτώση. Είναι ένα συλλογικό τραύμα. Δηλητηριάζει την κοινωνική εμπιστοσύνη και την πίστη στους θεσμούς. Είναι όμως και μια ευκαιρία να αλλάξει το σύστημα στο οποίο παραδίδονται τα πιο ευάλωτα παιδιά. Αρκεί να παραδεχθούμε –να παραδεχθεί η Εκκλησία– ότι φταίει το σύστημα.