ΑΠΟΨΕΙΣ

Αφελληνισμένος Ελληνισμός;

Διαβάζουμε στο «Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής γλώσσας», του πολύαθλου σε συγγραφές καθηγητή Μπαμπινιώτη, ότι η λέξη «βασιλιάς» («βασιλεύς» στην αρχαία ελληνική, άγνωστης ετυμολογίας) σήμαινε και σημαίνει τον ηγήτορα (μπροστάρη) του λαού, «αυτόν που ηγείται των υπολοίπων». Λογικά και αφετηριακά η κρίση – επιλογή προέκυπτε από τη δύναμη επιβολής του μπροστάρη, αλλά και από την «ποιότητα» του χαρακτήρα του, την αυταπαρνητική του ετοιμότητα προσφοράς. Το απόφθεγμα «ισχύς μου η αγάπη του λαού» επιβεβαιωνόταν στην πράξη.

Χρειάστηκαν κάποιοι αιώνες για να συνειδητοποιηθεί, τουλάχιστον στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, η πιστοποίηση ότι η ηγετική ικανότητα δεν μεταγγίζεται οπωσδήποτε «εξ αίματος», δεν κληροδοτείται από βιολογικούς προγόνους ή από μεταφυσικές επιφοιτήσεις. Οδηγούμαστε από την ιστορική εμπειρία να πεισθούμε ότι ασφαλέστερο είναι να επιφορτίζεται όλο το κοινωνικό σώμα με την ευθύνη επιλογής των αρχόντων ηγετών του. Επιβιώνουν, σαν ρομαντικό απομεινάρι ψευδαισθήσεων, ελάχιστα αξιώματα διακοσμητικά της συλλογικής συνύπαρξης – δεν συνιστούν παράγοντα συνοχής κοινωνικής.

Θεσμικό μόρφωμα της μάχης των εντυπώσεων για την κατάκτηση της εξουσίας, μετά την κατάργηση της (απολύτως αντιφατικής) «βασιλευόμενης δημοκρατίας», είναι η «προεδρευόμενη δημοκρατία» – ο ρόλος του Προέδρου γίνεται (προγραμματισμένα – θεσμικά) καθαρά γραφικός. Θα τολμούσε κανείς να ισχυριστεί ότι θεσμοποιείται συνταγματικά ένα φιάσκο ή κάτι ακόμη πιο αρρωστημένο: ένα παραπλανητικό αξεσουάρ της πρωθυπουργικής απολυταρχίας.

Στο ατυχές λοιπόν (για την κοινωνία) τέχνασμα της λεγόμενης «Προεδρευόμενης Δημοκρατίας» η δημοκρατία ευτελίζεται τόσο, όσο κανένας από τους αντιπάλους της δεν κατόρθωσε ποτέ να πετύχει: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τυπικά εκλέγεται από την ολομέλεια της Βουλής, ουσιαστικά («εν τοις πράγμασι») διορίζεται, με απόλυτη αυθαιρεσία, από τον πρωθυπουργό. Ετσι, ο «υπερκομματικός» ρόλος του, ρόλος χαλιναγώγησης της πρωθυπουργικής παντοδυναμίας, υπηρετεί τον ακριβώς αντίθετο στόχο: Επικυρώνει, με την υπογραφή του, οποιοδήποτε θέλημα ή ενέργημα σκαρφιστεί ο πραγματικός Ανώτατος Αρχων πρωθυπουργός. Αν «δεν τα βρουν» οι δυο τους, θα απορριφθεί – πεταχθεί στο περιθώριο του δημόσιου βίου ο γραφικός αναπληρωτής του Βασιλέως, όχι ο πανσθενουργός νομεύς της πρωθυπουργίας.

Στην περίπτωση της εθνεγερσίας των Ελλήνων, του ένοπλου ξεσηκωμού για την απελευθέρωσή τους από τον τουρκικό ζυγό, το εγχείρημά τους ήταν αμέσως παγιδευμένο στις μηχανορραφίες των Δυτικοευρωπαίων «συμμάχων» τους. Αφελέστατα ή από ξιπασιά, τα τρία πρώτα πολιτικά κόμματα που σχηματίστηκαν στις ελάχιστες γεωγραφικές περιοχές, τις ελευθερωμένες από τους Τούρκους, ήταν το Αγγλικόν, το Γαλλικόν και το Ρωσικόν Κόμμα. Και τα τρία κόμματα συμφώνησαν, σχεδόν αυτονόητα, να είναι βασιλιάς στην ελευθερωμένη ελάχιστη ελληνική γη ο βαυαρός πρίγκιπας Οθων Βίττελσμπαχ. Ηταν τότε ο Οθων δεκαέξι ετών, χωρίς πείρα της πολιτικής και των κοινωνικών προβλημάτων, άγευστος της ιστορικής αυτοσυνειδησίας και ιδιοσυγκρασίας των Ελλήνων.

Παράδοξη επιπολαιότητα, αλλά σχεδόν χωρίς αντιστάσεις. Θεωρήθηκε αυτονόητη η αμοιβαία άγνοια: να αγνοούν οι Βαυαροί τη γλώσσα και τη νοο-τροπία των Ελλήνων και αντίστοιχα οι Ελληνες τις ιδιοτυπίες των Βαυαρών. Από την πρώτη στιγμή ήταν φανερά ασύμπτωτες οι ανάγκες, οι νοοτροπίες, οι στοχεύσεις, ασύμπτωτο το θεσμικό πλαίσιο και η ιεράρχηση προτεραιοτήτων στον κοινωνικό βίο. Ομως, ήταν και ολοφάνερα δυσχερέστατο να συνειδητοποιήσουν και να εκφράσουν, τόσο οι Δυτικοί θεατές όσο και οι Ελληνες αυτουργοί της επανάστασης, τη χαοτική διαφορά κινήτρων και στόχων του εγχειρήματος της εθνεγερσίας. Κατά τούτο η «απελέκητης γραφής» μαρτυρία του Μακρυγιάννη είναι μάλλον η πολυτιμότερη πηγή των κινήτρων της ελληνικής εθνεγερσίας.

Δύο αιώνες μετά, είναι, επιτέλους, φανερή η ανάγκη να διερωτηθούμε: Πάνω σε ποια κοινή λογική κοινωνίας ποιων αναγκών, μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ελληνώνυμη πατρίδα σήμερα; Ποιο από τα κόμματα που κυβέρνησαν, κυβερνούν ή θα κυβερνήσουν αύριο την Ελλάδα έχει ρεαλιστική απάντηση στο ερώτημα: γιατί να παραμείνουμε ψευδωνύμως Ελληνες; Γιατί να μην συνεχίσουμε, παθητικά και άκριτα, να κοπιάρουμε τις κοινωνίες που θαυμάζουμε την οικονομική τους ευρωστία, τον τεχνολογικό τους εκσυγχρονισμό, την παραγωγική τους (σε χρήμα) γονιμότητα – γιατί εξαίρεση ο Ελληνισμός;

Κάθε Κυρία Κεραμέως (από τις αναρίθμητες κόπιες «προοδευτικού» αφελληνισμού, που στελεχώνουν τα θλιβερά μας κακέκτυπα υπουργείων) είναι εκεί, στον θώκο της, για να βεβαιώνει τη ματαιοπονία του μιμητικού «εκσυγχρονισμού» μας. Ακόμα, στην Ελλάδα, χάσκει ειρωνικά το ασύμπτωτο α-λήθειας και veritas, δημοκρατίας και res publica, κοινωνίας και societas. Τραγουδιέται ακόμα ο αναστάσιμος θρίαμβος καταπάνω στον θάνατο – όχι θρηνωδίες συγκινησιακής αλογίας. Το νοσογόνο πρόβλημα της ελλαδικής κοινωνίας, εξαιρετικά επικίνδυνο, είναι η σύγχυση του ορεκτικού με το ανέφικτο, του πραγματικού με το φαντασιώδες. Η απειλητική σύγχυση καθρεφτίζεται στη γλώσσα, δηλαδή γεννιέται στο σχολειό.