ΑΠΟΨΕΙΣ

Νέος κοινωνικός διαχωρισμός

Πεντακόσιες χιλιάδες νοικοκυριά, το 75% όσων έχουν λάβει στεγαστικά
δάνεια, αδυνατούν να αποπληρώσουν τις δόσεις. Τα στεγαστικά
αποτελούν το 61,6% των δανείων, ενώ το 31,2% είναι καταναλωτικά.
Τις δόσεις των καταναλωτικών, όπως και των πιστωτικών καρτών, δεν
πληρώνει ή καθυστερεί πολύ να καταβάλει το 65% των οφειλετών. Σε
οριστική καθυστέρηση βρίσκονται δάνεια συνολικού ύψους 65 δισ.
ευρώ, ενώ σε προσωρινή δυσκολία εξυπηρέτησης βρίσκονται δάνεια 35
δισ. ευρώ. Η μέση οφειλή ανά δανειολήπτη ξεπερνά τα 94.000 ευρώ.
Από το 2011 και μετά χορηγήθηκαν 250.000 δάνεια από τις τράπεζες σε
άτομα με ετήσιο εισόδημα μόλις 9.000. Σήμερα το 35,3% των
δανειοληπτών αυτών είναι άνεργοι (έρευνα της Ενωσης Εργαζομένων
Καταναλωτών της ΓΣΕΕ). Σύμφωνα με την ίδια έρευνα οι υπερχρεωμένοι
εμφανίζουν κατάθλιψη σε ποσοστό 45% στα αστικά κέντρα και σε
υψηλότερο ποσοστό στην περιφέρεια.

Οι αριθμοί αποκαλύπτουν δύο όψεις της κρίσης. Τα ακανθώδη κατάλοιπα
του υπερδανεισμού την εποχή κατά την οποία τα προϊόντα που κατείχε
κάποιος καθόριζαν τη θέση του στην κοινωνική κλίμακα. Και την
τραγική εξάρτηση του σημερινού αναξιοπαθούντα από τον νέο
δανεισμό.

Στο πρώτο πεδίο, σε εμφανή στέρηση έχει μετεξελιχθεί η προ κρίσης
έλλειψη, που καλυπτόταν με τα αφειδώς χορηγούμενα δάνεια, τότε
αφανής και συνήθως επίπλαστη, σύμπτωμα του εκχρηματισμού της
μειούμενης παραγωγής και της διογκούμενης κατανάλωσης, της
εμπορευματοποίησης των πάντων, της δημιουργίας πλούτου από το ίδιο
το χρήμα και τις άυλες χρηματιστηριακές πράξεις. Στο δεύτερο, η
ένδεια εξαπλώνεται σαν λοιμός σε όλο και ευρύτερα πλήθη μέσα σε ένα
περιβάλλον οικονομικής αταξίας, φανατισμών, ανορθολογισμού και
βίας, μαζικής ανεργίας, απώλειας της αξίας της εργασίας, εξάρτησης
της εξουσίας από τις αγορές, μέσω του (δημόσιου) χρέους.

Σε αυτές τις συνθήκες τα άτομα χωρίζονται σε όσους μπορούν να
πληρώσουν τα χρέη τους και σε όσους δεν μπορούν. Η αγορά προσφέρει
σωτηρία μόνο σ’ αυτούς που μπορούν να ξεχρεώσουν. Μια συρρικνούμενη
μερίδα. Για τους υπολοίπους η επιβίωση αποβαίνει η μοναδική ψύχωση,
που επιτρέπει μόνο έναν τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας:
χρήμα. Η απουσία του οδηγεί όλο και πιο έξω από τον κύκλο που
περικλείει τα όντα σε μια κοινότητα δραστηριοτήτων και
ικανοποιήσεων. Η ευκαιριακή απόκτησή του μέσω δανείων διογκώνει τα
ιδιωτικά ελλείμματα, τα χρέη και το αίσθημα «πνιγμού».

Τα «κόκκινα» δάνεια δεν είναι απλή στατιστική. Η εξάντληση της
οικονομικής αντοχής των πολλών σε συνθήκες παρατεταμένης λιτότητας
κάνει τον αέρα να μυρίζει μπαρούτι. Οι υποσχέσεις για επίλυση των
προβλημάτων σκοντάφτει διαρκώς στην ατολμία, τις σκοπιμότητες, τη
συναλλαγή, τις συντεχνίες, τις πολιτικές επιλογές που κατανέμουν
-ακόμη- τα βάρη στις κατηγορίες πολιτών οι οποίοι παραδοσιακά δεν
διέθεταν ισχυρά μέσα αδιαφάνειας και εκβιασμού. Ο πολίτης αλλάζει.
Συγκρούεται, απελπίζεται, εσωτερικά ερειπωμένος και εξωτερικά
δέσμιος των συσπάσεων του οικονομικού σύμπαντος και της λειψής
κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αν οι ηγέτιδες δυνάμεις δεν χαράξουν ένα υπαρκτό μονοπάτι προς μια
ισχνή ελπίδα -τον ύστατο αρμό συνοχής- δεν θα ψηλώσει το ηθικό που
είναι αναγκαίο για να τεθεί σε λειτουργία η αποδομημένη ελληνική
ατμομηχανή.