ΑΠΟΨΕΙΣ

Στραμμένοι στον φωταγωγό

Φεύγοντας κλείδωσαν και την εξώπορτα. Πρόσεξαν και το διαμέρισμα,
δεν άφησαν μεγάλη ακαταστασία, πήραν τα απαραίτητα: ένα laptop, το
διαβατήριο, μια φωτογραφική μηχανή, λίγα και εκλεκτά. Δεν πέρασαν
πολλές μέρες από την κλοπή και προέκυψαν δύο ακόμη περιστατικά,
στην ίδια περιοχή. Και πάλι οι διαρρήκτες φέρθηκαν κόσμια.
Παραβίασαν κλειδαριές ασφαλείας, μπήκαν, βγήκαν, ούτε γάτα ούτε
ζημιά. Κύριοι.

Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα με τη σειρά, για τον ένοικο ενός
διαμερίσματος μικρομεσαίας πολυκατοικίας του κέντρου και των γύρω
συνοικιών της πόλης (από εκεί και τα παραδείγματα εξάλλου): ζει
χωρίς ή με περιορισμένη θέρμανση· πρέπει να έχει διαρκώς τον νου
του για απρόσκλητους που εξερευνούν το διαμέρισμά του (ενώ εκείνος
λείπει, στην καλύτερη περίπτωση)· η ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει
είναι πυκνή, υποκίτρινη, μυρίζει καυσόξυλο και άλλα υλικά, ποτίζει
τα ρούχα, τα πνευμόνια του, προκαλεί αλλεργικές αντιδράσεις…

Η υποβάθμιση της καθημερινότητάς του είναι ορατή και έχει μυρωδιά.
Ξυπνάει μουδιασμένος, υπολογίζει την έξοδο από το ζεστό κρεβάτι
προς το κρύο σπίτι, μετράει την ημέρα σε ευρώ. Οι μεγάλες
κοινωνικές αλλαγές (φτώχεια, ανεργία, αστεγία, συσσίτια) είναι
ορατές και σημείο αναφοράς όλων σχεδόν των πολιτικών ομιλιών.

Τι γίνεται, όμως, με τις εκατοντάδες χιλιάδες των Αθηναίων που
βλέπουν τη ζωή τους στο διαμέρισμα να αλλάζει καθοριστικά; Που δεν
περιλαμβάνονται στις «τραγικές συνέπειες της κρίσης» αλλά
φλερτάρουν με τις παρυφές της; Που παίρνουν ένα μειωμένο αλλά
τακτικό μισθό, πληρώνουν με κόπο τις υποχρεώσεις τους και
θεωρούνται αιφνιδίως «προνομιούχοι»; Εφόσον επιβιώνουν, δεν
εντάσσονται σε στατιστικές, δεν αποτελούν θέμα εκπομπών, δημόσιων
συζητήσεων, πολιτικών παρεμβάσεων. Κανείς δεν προβάλλει τα «δεινά»
τους για άγρα ψήφων.

Η δική τους πραγματικότητα δεν έχει καμία ελπίδα να συγκινήσει
κανέναν εκτός από τους ίδιους, άντε και το στενό περιβάλλον τους.
Κι όμως· η κανονικότητα έχει διαρραγεί, κάθε μέρα αντιμετωπίζουν
μια έστω και μικρή απώλεια. Κάποιος επιπλέον περιορισμός, που
δηλώνει μια ακόμη υποχώρηση από τα μέχρι πρότινος κεκτημένα. Οχι
σπουδαία πράγματα – για να μην παρεξηγηθούμε. Να μη ζούνε με γάντια
μέσα στο σπίτι τους ή να μπορούν να απλώνουν την μπουγάδα τους στο
μπαλκόνι και να μη συνυπάρχουν μαζί της στο καθιστικό (εάν
ξεχαστούν φρεσκοπλυμένα ρούχα εκτός σπιτιού, η μυρωδιά της
ξυλόσομπας γίνεται δεύτερο δέρμα). Ποιος ενδιαφέρεται γι’ αυτές τις
«ανατροπές»; Κανείς. Μεταξύ μας τις συζητάμε, στα γραφεία, στα
τηλέφωνα, με γείτονες ή με φίλους. Συνηθίζουμε τις εκπτώσεις
σταγόνα σταγόνα. Αρκεί να έχουμε φλις κουβέρτες να τυλιχτούμε στον
καναπέ· αρκεί οι διαρρήκτες να είναι αθόρυβοι· αρκεί να μπορούμε να
ανάψουμε για λίγη ώρα το αιρκοντίσιον να «τραβήξει κάπως την
υγρασία». Φτάνει να μπορούμε να εμποδίσουμε το χειρότερο· κι ας
ζούμε με την απειλή του.

Η υποχώρηση των δεδομένων, η καθημερινότητα «αλλιώς», δεν είναι δα
και κάτι τόσο φοβερό. Εδώ, άλλοι συνάνθρωποί μας δεν έχουν ρεύμα…
Κάπως έτσι, με μικρά βήματα, καθόλου θεαματικά, δεχόμαστε το παρά
φύσιν ως αυτονόητο. Και είμαστε και ευχαριστημένοι. Ασφαλείς στα,
όλο και πιο ξένα, διαμπερή δυάρια ή τριάρια μας. Στραμμένοι στον
φωταγωγό.