ΑΠΟΨΕΙΣ

Μικρά τζάκια, μεγάλα ζόρια

Ο Δαμοκλής ήταν κόλακας, φθονερός και δειλός. Πολύ ανθρώπινος. Ο
τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος ο πρεσβύτερος για να τον
διασύρει, του έδωσε την ευκαιρία να ζήσει ως ηγεμών για μία ημέρα.
Ντυμένος λαμπρά αφέθηκε στην εφήμερη τύχη του ο Δαμοκλής. Εως ότου
είδε να κρέμεται πάνω από το κεφάλι του ένα φοβερό σπαθί,
στηριγμένο από την οροφή, με τρίχες αλόγου. Ανά πάσα στιγμή θα
μπορούσε να του πάρει το κεφάλι. Επέστρεψε έντρομος στα χαλεπά
καθήκοντά του, ενώ ο Διονύσιος πέρασε το μήνυμα. Οι μεγάλες ευθύνες
απαιτούν ανώτερους χαρακτήρες με επίγνωση των κινδύνων. Από την
άλλη, το περιστατικό υποκρύπτει και ταξική διάσταση: άρχοντας
γεννιέσαι, δε γίνεσαι. Πώς μιλάγαμε τόσες δεκαετίες για τα «τζάκια»
και την κληρονομικώ δικαίω πριμοδότηση γόνων στον πολιτικό και
κοινωνικό βίο; Ο όρος «δαμόκλειος σπάθη» στο καθημερινό γλωσσάρι
υποδηλώνει τον ορατό κίνδυνο καταστροφής αλλά και τον φόβο
τιμωρίας.Τα τελευταία χρόνια διεθνής δαμόκλειος σπάθη φλερτάρει με
τον σβέρκο μιας λογιστικά ένοχης χώρας, κινητοποιώντας μια άλλη,
δημόσια δαμόκλειο σπάθη που σημαδεύει πολίτες που αδυνατούν να
ανταποκριθούν στη συνεχώς εμπλουτιζόμενη γκάμα οικονομικών
υποχρεώσεών τους. Το βίαιο πέρασμα στη φτώχεια αναρίθμητων Ελλήνων
που τα προηγούμενα χρόνια δεν έκρυβαν τίποτα από τα εισοδήματά τους
-είτε γιατί δεν είχαν λόγο είτε γιατί δεν μπορούσαν να
φοροδιαφύγουν- είναι αποτέλεσμα σπασμωδικών ενεργειών (και μη
πράξεων) ενός κράτους που δεν ήταν ποτέ δίκαιο. Αλλά απαιτεί από
όλους να επιδείξουν σήμερα αυτοθυσιαστικό πατριωτισμό. Με βαρύ
τίμημα σε πολλές περιπτώσεις. Απώλεια της αξιοπρέπειας. Και υπό
αυτές τις συνθήκες, επιπλέον ζητούμενο είναι ένας πολίτης πρότυπο.
Αλτρουιστής. Υπηρέτης του γενικού καλού, ταπεινός και στην
αυτοπαρασημοφόρησή του. Αλλά και ανθεκτικός. Ουδεμία σχέση με το
διαπομπευόμενο δείγμα Ελληνα στο γνωστό άσμα του Διονύση
Σαββόπουλου. Που δονούσε το πανελλήνιο, καθώς οι αιχμηροί στίχοι
αφορούσαν «άλλους» Ελληνες. Oχι εμάς. Ηταν τότε που τα τζάκια
γίνονταν απαραίτητο αξεσουάρ για διαμερίσματα και μεγάλη χαρά
έπαιρναν εργολάβοι και μαρμαράδες. Από ψηλά, χόρταινε το μάτι
καμινάδες και τις νύχτες με υγρασία μοσχοβολούσε η πόλη χωριό. Το
αστικό τζάκι χρησίμευε ως συντροφιά, για να σκαλίζεις τη στάχτη,
για φιγούρα, για μπριζόλες. Ζέσταινε καρδιές αλλά όχι το σπίτι.
Τότε.

Η δαμόκλειος σπάθη της αιθαλομίχλης -«Λονδίνο του ’52 γίναμε»-
θορύβησε άμεσα τα υπουργεία Υγείας και Περιβάλλοντος. Που ζήτησαν
περιορισμό της «άσκοπης χρήσης τζακιών», προσμετρώντας την υπαρκτή
ευθύνη πολιτών στην πρόκληση φονικών ρύπων. Η έκκληση ξεπερνά σε
τεχνητή αφέλεια ακόμα και την αντίστοιχη κατά τη διάρκεια
πολυήμερων κινητοποιήσεων εργαζομένων στην καθαριότητα: «μην
κατεβάζετε τα σκουπίδια σας στον δρόμο». Η λέξη «άσκοπη» είναι το
κλειδί. Τα ποιοτικά σύνορά της είναι σαν το δακτυλικό αποτύπωμα του
καθενός. Ξεχωριστά. Ιδίως στα μεγάλα ζόρια.