ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΝΔΟΜΥΧΩΣ

Η αβεβαιότητα κυριαρχεί στον διεθνή οικονομικό ορίζοντα, πηγάζοντας κυρίως από την αδυναμία της αμερικανικής οικονομίας να ξεπεράσει την απειλή της ύφεσης, ύστερα από μια υπερδεκαετή περίοδο συνεχούς μεγέθυνσης. Μέχρι τώρα οι κινήσεις της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα και άπαντες αισθάνονται ότι το εργαλείο των επιτοκίων δεν είναι ικανό να μεταβάλει τις συνθήκες. Ορισμένοι μάλιστα ανησυχούν μήπως με την υπερχρησιμοποίησή του ακυρωθεί η δράση της νομισματικής πολιτικής, όπως συνέβη στην Ιαπωνία, όπου ακόμη και τα μηδενικά επιτόκια δεν μπόρεσαν να επαναφέρουν την οικονομία της χώρας σε αναπτυξιακή τροχιά.

Ηδη, στις ΗΠΑ μετά την έβδομη μείωση των επιτοκίων αρχίζουν ν’ αναζητούν άλλους μηχανισμούς τόνωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Η προσφυγή στη φορολογική πολιτική προβάλλει πλέον ως εναλλακτική λύση, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που ξεσκονίζουν και πάλι τα ξεχασμένα βιβλία του Κέινς και ονειρεύονται μια νέα αναπτυξιακή συμφωνία, η οποία όμως δεν ταιριάζει στη φιλοσοφία του προέδρου Τζορτζ Μπους του νεότερου, ούτε πιθανώς συμβαδίζει με τη δομή του απελευθερωμένου οικονομικού συστήματος.

Η ανησυχία όμως για την παράταση της περιόδου στασιμότητας είναι διάχυτη και κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει με ασφάλεια τη διάρκειά της. Τούτο το ισχυρό στοιχείο αβεβαιότητας δοκιμάζει τις αγορές και καταπιέζει τις κυβερνήσεις όλου του κόσμου, οι οποίες γνωρίζουν ότι μια μακρά περίοδος ύφεσης στις ΗΠΑ θα έχει αντίκτυπο σε όλο τον πλανήτη. Ηδη οι οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης έχουν δεχθεί σοβαρές επιδράσεις, με πρώτη τη γερμανική, η οποία νιώθει ισχυρή την πίεση υποχώρησης της οικονομικής δραστηριότητας, μεταφέροντας με τη σειρά της, ως κυρίαρχη, ανάλογες πιέσεις και στις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Ηδη, στη Γηραιά Ηπειρο και ειδικότερα στη Φρανκφούρτη, στην έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, συζητείται μετ’ επιτάσεως πια η μείωση των επιτοκίων. Οι προηγούμενες μειώσεις -λιγότερες βεβαίως από εκείνες στις ΗΠΑ- ελάχιστα απέδωσαν, με αποτέλεσμα και στην Ευρώπη να αναπτύσσεται προβληματισμός μέγας, αν ο μηχανισμός της νομισματικής πολιτικής είναι ικανός να στηρίξει την επάνοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ισχυρούς αναπτυξιακούς ρυθμούς. Δεν είναι τυχαίο ότι στην παρούσα φάση πήγε ν’ ανοίξει συζήτηση στις Βρυξέλλες και τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για άμβλυνση της δημοσιονομικής πολιτικής και απελευθέρωσή της από τα αυστηρά δεσμευτικά κριτήρια της συνθήκης του Μάαστριχτ και τ’ ακόμη πιεστικότερα του συμφώνου σταθερότητας. Απεδείχθη τις τελευταίες ημέρες ότι οι πρώτες ιδέες που ήλθαν από τη Γερμανία δεν ήταν τυχαίες, αλλά προϊόν πολύ συγκεκριμένων αναζητήσεων. Πληροφορίες και από την ελληνική κυβέρνηση βεβαιώνουν ότι το όλο θέμα απασχόλησε τους τεχνοκράτες εκπροσώπους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων στη Νομισματική Επιτροπή, αλλά χωρίς αποτέλεσμα επί του παρόντος. Απαντες όμως αναμένουν ότι το θέμα θα επανέλθει και πιθανώς με μεγαλύτερη ένταση, καθώς η Γερμανία θα προσεγγίζει τον εκλογικό κύκλο.

Μπορεί όμως ν’ αποτελέσει λύση για την ανάπτυξη στην Ευρώπη ένα δημοσιονομικό άνοιγμα και πόσο θα μπορούσε να επωφεληθεί η ελληνική πολιτική από μια τέτοια εξέλιξη; Οι απόψεις των οικονομολόγων διίστανται. Οι πιο φιλελεύθεροι επιμένουν πως η Ευρώπη πρέπει να επιμείνει στο άνοιγμα των αγορών και να στηρίξει τη μεγέθυνσή της στην αναδιάρθρωση των οικονομιών. Τούτη η μέθοδος λένε είναι ασφαλέστερη και με διάρκεια, ενώ μια ενδεχόμενη ενίσχυση της ζήτησης μέσω της αύξησης των ελλειμμάτων θα ασκούσε κάποια θετική επίδραση βραχυπροθέσμως, αλλά μεσοπρόθεσμα θα ανεδείκνυε ακόμη περισσότερο τις διαρθρωτικές υστερήσεις της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ. Αλλοι όμως εκφράζουν τελείως διαφορετικές απόψεις και σημειώνουν ότι ο δογματισμός του Μάαστριχτ και του Συμφώνου Σταθερότητας έχουν δεσμεύσει όλα αυτά τα χρόνια τις οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης και πως μια λιγότερο περιοριστική πολιτική θα προσέθετε ενέργεια και θα ενίσχυε την ανάπτυξη.

Στη χώρα μας μια τέτοια μεταβολή πολιτικής θ’ ασκούσε βεβαίως επιδράσεις και θα έφερνε σε εξαιρετικά δυσχερή θέση το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, το οποίο από τη μια πλευρά προβάλλει ως πρωτεύουσα επιδίωξη τη μείωση του χρέους και από την άλλη διατηρεί στο σκοτάδι πλευρές της δημοσιονομικής διαχείρισης. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι μια τέτοια εξέλιξη στην Ευρώπη θα άφηνε ασυγκίνητο το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, καθώς γνωρίζει ότι ακόμη και μια άμβλυνση του Συμφώνου Σταθερότητας, η πραγματική κατάσταση των δημοσίων οικονομικών δεν επιτρέπει επεκτατικότερες πολιτικές. Μια τέτοια όμως στάση θα ενίσχυε πολλαπλώς όλες εκείνες τις δυνάμεις που επιζητούν μια λιγότερο περιοριστική δημοσιονομική πολιτική και θα επέτεινε το πολιτικό πρόβλημα. Αλλά η Ελλάδα είναι μια ειδική περίπτωση και ίσως αμελητέο μέγεθος για την Ευρώπη.

Εκείνο το οποίο, βεβαίως, αγνοεί η εκσυγχρονιστική ομάδα που περιβάλλει τον κ. Σημίτη είναι ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας εφήμερος οργανισμός, ο οποίος κρίνεται κάθε τετραετία. Μπορεί να αναμένει επί έτη. Το ερώτημα, όμως, είναι για ποιον λόγο ένας πρωθυπουργός και μία κυβέρνηση εξεχώρησαν τη διαφύλαξη θεμελιωδών στοιχείων της εθνικής ελληνικής ταυτότητος στην Ιερά Σύνοδο της Ελλάδος.