ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΝΔΟΣΚΟΠΟΣ

Κάλεσε προ ημερών ο πρωθυπουργός τα μέλη της κυβέρνησής του να μην εμπλακούν σε κλίμα «εσωστρέφειας» εν όψει του συνεδρίου του κόμματος και να επιταχύνουν τους ρυθμούς του κυβερνητικού έργου. Ο κ. K. Σημίτης δεν μπορούσε βεβαίως να συστήσει κάτι άλλο στους υπουργούς του, αλλά πώς θα ήταν δυνατόν να μην βρίσκονται σε κλίμα «εσωστρέφειας» τα μέλη της κυβέρνησης και να αγνοήσουν τα διαδραματιζόμενα στα «καυτά» προσυνεδριακά (και άλλα) παρασκήνια του ΠΑΣΟΚ, όπου και οι ίδιοι έχουν ενεργοποιηθεί για την παραγωγή κάποιων «αποτελεσμάτων»; Η κυβέρνηση πρέπει φυσικά να εμφανίζεται αφοσιωμένη στα έργα της και ο πρωθυπουργός πρέπει να κάνει ό,τι το δυνατόν για να πείθει την κοινή γνώμη, πως μπορεί ακόμη και στη φάση αυτή να διευθύνει αποτελεσματικά την κυβέρνησή του, παραλλήλως προς την προσυνεδριακή του ενασχόληση.

Ολοι γνωρίζουν, όμως, στην κυβέρνηση και στο κόμμα ποια είναι η πραγματικότητα. Και η «εσωστρέφεια» είναι δεδομένη και αναπόφευκτη. Πώς θα ήταν δυνατόν να μην συμβαίνει αυτό, εν όψει ενός συνεδρίου που ζήτησε ο πρωθυπουργός για μια «καθαρή λύση», η οποία θα πρέπει να «νομιμοποιήσει» την κυβερνητική πολιτική του; Και πόσο απερίσπαστη θα μπορούσε να είναι τώρα στο έργο της μια κυβέρνηση, που πρόκειται να ανασχηματιστεί μετά τη λήξη του συνεδρίου, στα μέσα του Οκτωβρίου; Πέρα από μια δουλειά διαχειριστικής «ρουτίνας», ο κ. Σημίτης δεν μπορεί να περιμένει τώρα κάτι περισσότερο από τους υπουργούς του. Από τι να αντλήσουν δύναμη τα μέλη της κυβέρνησης, ώστε να βρουν τρόπο για την επίδειξη της «μεγίστης δυνατής αποφασιστικότητας και αποτελεσματικότητας» που τους ζητάει ο πολιτικός προϊστάμενός τους;

Η κατάσταση στο κυβερνητικό στρατόπεδο δεν είναι στη φάση αυτή δραματική, είναι όμως εξαιρετικά δύσκολη και για τον κ. K. Σημίτη και για τα «προβεβλημένα» στελέχη του ΠΑΣΟΚ, σε όποια «τάση» κι αν ανήκουν. Ολα τα μέρη γνωρίζουν ότι, έστω και με δυσκολία και μέσα από αγχώδεις παρασκηνιακές συζητήσεις και «συνθέσεις» στο συνέδριο του Οκτωβρίου, δεν θα συμβούν δραματικές ανατροπές. Είναι πολύ νωρίς για να διακινδυνεύσουν αληθινές «ρήξεις» οι μεν και οι δε στο ΠΑΣΟΚ, που έχει ακόμη μπροστά του δυόμισι χρόνια, πριν από την εξάντληση της τετραετίας.

Ομως, είναι περίπου σαφές πλέον ότι ο πρωθυπουργός είναι και θα είναι στο εξής ιδιαίτερα αποδυναμωμένος και παγιδευμένος σε ένα είδος «συλλογικής πρωθυπουργίας». Η μεγάλη αστάθεια που επέδειξε, δεχόμενος προ μηνών μια δυνατή κοινωνική πίεση, η εντυπωσιακή αδυναμία του να προχωρήσει σ’ έναν ανασχηματισμό, την ώρα που αυτό ήταν απαραίτητο και η απόφασή του να αναζητήσει δύναμη για την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής του μέσω συνεδρίου, έπληξαν καίρια την ηγετική εικόνα του και προβλημάτισαν έντονα όλα τα «προβεβλημένα» στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Δεν συζητεί μεν κανείς στο κυβερνών κόμμα τώρα θέμα ανατροπής του κ. K. Σημίτη, αλλά συζητείται πλέον ο πρωθυπουργός ως «πρόβλημα» στα κομματικά και στα κυβερνητικά παρασκήνια. Και αυτά που συμβαίνουν και συζητούνται τώρα στο κυβερνών κόμμα δεν πρόκειται να κλείσουν με τα «κουκκιά» του συνεδρίου και με την όποια «καθαρή λύση» θα έχει γραφτεί στα κομματικά κείμενα κατόπιν «συνεννοήσεων» μεταξύ των «εκσυγχρονιστών» της πλευράς Α. Τσοχατζόπουλου και του λεγόμενου «τρίτου πόλου».

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον πλέον μέσα στο κυβερνών κόμμα, είναι ότι ασχέτως προσυνεδριακών «λεπτομερειών» οργανωτικών και διαδικαστικών, ο προβληματισμός για το πρόσωπο που θα διαδεχόταν τον κ. K. Σημίτη στην ηγεσία έχει ήδη ξεκινήσει στο ΠΑΣΟΚ. Ολα τα «πρώτης τάξεως» στελέχη του κόμματος φαίνεται να συμφωνούν στην εκτίμηση ότι ναι μεν, είναι πολύ νωρίς για δυνατές «κόντρες» που θα οδηγούσαν σε μια διακινδύνευση της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά δεν είναι νωρίς για το ξεκίνημα συζητήσεως, σχετικά με το πρόσωπο που θα διαδεχόταν χωρίς εσωκομματικούς κραδασμούς σε μια «κατάλληλη» στιγμή τον κ. Σημίτη, διασφαλίζοντας και «ενότητα» στο κόμμα. Οι συζητήσεις γίνονται στη βάση των σημερινών δεδομένων, βεβαίως. Αλλά η όλη κατάσταση στο κυβερνών κόμμα δείχνει ότι θα πρέπει να συμβούν καλά και ευχάριστα στην πρωθυπουργία K. Σημίτη για να προκύψει αιτία διακοπής τέτοιων συζητήσεων.

Δεν είναι λίγα τα «πρώτης τάξεως» στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, που θεωρούν ότι διαθέτουν τα απαραίτητα προσόντα για να αναλάβουν την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, διαδεχόμενοι τον κ. K. Σημίτη πριν ή μετά από εκλογές (ο «κατάλληλος» χρόνος δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ακόμη από κανέναν). Αλλά στη φάση αυτή ουδείς αγνοεί στον κύκλο των προβληματιζομένων ότι στην «κούρσα»που έχει ξεκινήσει προηγείται ο κ. Γ. Ανδρ. Παπανδρέου. Ο ίδιος κινείται διακριτικά, συνεχίζει να στηρίζει την ηγεσία K. Σημίτη, αλλά ήδη οργανώνουν την «περίπτωσή» του για λογαριασμό του, συγκεκριμένοι κύκλοι στο ΠΑΣΟΚ.

* * *

Για την ώρα, το ενδεχόμενο της επιλογής του κ. Γ. Α. Παπανδρέου, δεν συναντά την άρνηση του κ. Τσοχατζόπουλου (που θα ήταν λέγεται ικανοποιημένος σ’έναν απολύτως διακριτό δεύτερο ρόλο), δεν συναντά την άρνηση του κ. K. Λαλιώτη και έχει τη θερμή υποστήριξη βουλευτών του κόμματος, όπως και ορισμένων έμπειρων στελεχών του «παλαιού» ΠΑΣΟΚ, από τον κύκλο των κάποτε στενά συνδεδεμένων με τον Ανδρέα Παπανδρέου.

Στο ξεκίνημα αυτής της «κούρσας» φαίνεται ότι η κ. Βάσω Παπανδρέου βρίσκεται πολύ πίσω -παρ’ ότι εργάστηκε πολύ την τελευταία πενταετία για την οργάνωση του δικού της ηγετικού «προφίλ» μέσα στο κόμμα- ο κ. Ευ. Βενιζέλος δεν διαθέτει για την ώρα κομματική δύναμη για τη διεκδίκηση μιας «πρωτιάς» και ο κ. Θ. Πάγκαλος μπορεί να κάνει στο εξής ό,τι το δυνατόν για να μην περάσει σε μια πρώτη θέση ο κ. Γ. Α. Παπανδρέου, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί να ελπίζει στη διεκδίκηση «μεταλλίου» σ’ αυτόν τον αγώνα αντοχής.

Ο λεγόμενος «τρίτος πόλος» μπορεί να παίξει τον ρόλο του σε μελλοντικές εσωκομματικές εξελίξεις, αλλά στη σημερινή φάση δεν διαθέτει τα στοιχεία για την πρόβλεψη μιας οργανωμένης μετασυνεδριακής δράσης. Ο κ. Βενιζέλος έχει δικές του απόψεις για το μέλλον του κόμματος, αλλά είναι προσεκτικός και δεν έχει λόγο να «εκτεθεί» σε ανοικτές διαμάχες διαδοχής πριν ωριμάσουν κάποιες συνθήκες στο ΠΑΣΟΚ. Ο κ. Πάγκαλος είναι πρωτίστως φανατικά «αντι-παπανδρεϊκός» και δεν το κρύβει, ενώ όπως λέγεται, η κ. Βάσω Παπανδρέου πρωτίστως αποδοκιμάζει την ηγεσία K. Σημίτη.

* * *

Τα πράγματα είναι λοιπόν ασαφή ακόμη σ’ αυτόν τον χώρο και η συνέχεια θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον θα προχωρήσει η «περίπτωση» του κ. Γ. Α. Παπανδρέου μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Οι υποστηρικτές του νυν υπουργού Εξωτερικών αναφέρουν σε ιδιαίτερες συζητήσεις τους, ότι αυτός θα είναι οπωσδήποτε το «φαβορί» όταν θα έρθει η ώρα της διαδοχής, διότι θα έχει την αποδοχή της πλειοψηφίας των «προβεβλημένων» στελεχών του ΠΑΣΟΚ ως το πλέον κατάλληλο πρόσωπο για να «ενώσει» τη βάση του κόμματος, που από το 1996 ο κ. K. Σημίτης και οι «εκσυγχρονιστές» του κράτησαν με τις εσωκομματικές πολιτικές τους διχασμένη.

Οι εκτιμήσεις για την υπόθεση αυτή που συζητείται στο κυβερνών κόμμα, σίγουρα γίνονται κατά κάποιο τρόπο «χωρίς τον ξενοδόχο». Η θέση του κ. K. Σημίτη και των «εκσυγχρονιστών» του λεγόμενου «σκληρού πυρήνα» είναι σίγουρα πολύ δύσκολη και στην κυβέρνηση και στο κόμμα. Και όλα τα προγνωστικά για το υπόλοιπο της πρωθυπουργικής θητείας του κ. Σημίτη είναι όντως δυσμενή. Αλλά, στην πολιτική πολλά απρόοπτα συμβαίνουν κατά καιρούς, είτε από εσωτερικές είτε από εξωτερικές εξελίξεις που δεν μπορούν να προβλεφθούν. Ετσι, ο πρωθυπουργός μπορεί να διατηρεί στα σχέδιά του την πιθανότητα να βρεθεί αύριο μέσα σε εξελίξεις που να μην τον οδηγούν «από χέρι» χαμένο σε μια εκλογική αναμέτρηση, όταν θα έρθει η ώρα της κάλπης, όπως στην παρούσα φάση εκτιμούν ότι θα συμβεί οι περί την διαδοχή προβληματιζόμενοι. Οπως και να έχουν, πάντως, σήμερα τα πράγματα, σίγουρα το μεγάλο ενδιαφέρον στο ΠΑΣΟΚ θα βρίσκεται στις μετασυνεδριακές εξελίξεις, με πρώτο σταθμό το «σταυρόλεξο» του ανασχηματισμού (είτε τον τολμήσει «ριζικό» είτε όχι ο κ. Σημίτης αναλόγως προς τη δύναμη που θα εκτιμήσει ότι θα έχει μετά τη λήξη των εργασιών του συνεδρίου).

Επισκέφθηκα το «Ερρίκος Ντυνάν» και παρεκάλεσα να με δεχθεί ο πρόεδρός του και πρόεδρος του ΕΕΣ κ. Μαρτίνης για να ρωτήσω και να μάθω ένα μόνο: με ποιο καθεστώς εργασίας εργάζονται οι γιατροί γενικώς και ειδικότερα οι πανεπιστημιακοί γιατροί. Για τους πανεπιστημιακούς γιατρούς, μου είπαν, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Από την αρχή τους ετέθη το δίλημμα ή στο «Ερρίκος Ντυνάν» ή στο πανεπιστήμιο και τις πανεπιστημιακές κλινικές, παρόλο ότι το «Ερρίκος Ντυνάν» δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιωτικό νοσοκομείο. Το δίλημμα αυτό έπρεπε, σύμφωνα με το νόμο, να το θέσουν όλα τα ιδιωτικά παρανοσοκομεία και κυρίως οι πανεπιστημιακές αρχές, οπότε δεν θα είχε προκύψει το πρωτοφανές αυτό γεγονός, να βάλουν οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι λουκέτο στις ιατρικές σχολές, για να υπερασπισθούν προσωπικά τους οικονομικά συμφέροντα, αδιαφορούντες για τη μεγάλη ζημιά που προκαλούν στους φοιτητές και στον θεσμό του πανεπιστημίου.