ΑΠΟΨΕΙΣ

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

«Το ΠΑΣΟΚ έχει καταληστέψει την πολιτική μας», δήλωσε προ ημερών στέλεχος της Ν.Δ., σχολιάζοντας τις εξαγγελίες του νέου υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών κ. Ν. Χριστοδουλάκη. Πρόκειται για μια διαπίστωση, η οποία εκφράζει την αμηχανία, αλλά και κάποια συγκεκαλυμμένη ηττοπάθεια σημαντικής μερίδος στελεχών της Ρηγίλλης. Υπό το κράτος αυτής της αντιλήψεως, η Ν.Δ. δείχνει κάθε φορά να αιφνιδιάζεται από τις δεξιόστροφες επιλογές του ΠΑΣΟΚ και να αντιδρά σπασμωδικά, επικρίνοντας, άλλοτε από δεξιά και άλλοτε από αριστερά, τις κυβερνητικές αποφάσεις. Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζεται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως στερούμενο συγκεκριμένης πολιτικής και μη δυνάμενο να αντιπαραθέσει αξιόπιστες εναλλακτικές προτάσεις στα κυβερνητικά δρώμενα.

Αυτή η αμηχανία, συνοδευομένη μάλιστα και από το φαινόμενο του αιφνιδιασμού, δεν είναι μόνον αρνητικότατη για τη Ν.Δ., αλλά και ανεξήγητη. Η ιδεολογικοπολιτική προσέγγιση του ΠΑΣΟΚ στις θέσεις της Ν.Δ. έχει εκδηλωθεί από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Και κυρίως η εξέλιξη αυτή δεν είναι μόνον ελληνική. Σ’ ολόκληρο τον δυτικό κόσμο τα σοσιαλιστικά, τα σοσιαλδημοκρατικά, τα εργατικά κ.ο.κ. κόμματα πραγματοποιούν κατά το ίδιο διάστημα ανάλογα βήματα προσεγγίσεως προς τη φιλελεύθερη ιδεολογία, υιοθετώντας ανάλογες πολιτικές. Ολα, όμως, τα συντηρητικά κόμματα της Δύσεως ξεπέρασαν γρήγορα τον αιφνιδιασμό και τη σύγχυση. Δεν επιδόθηκαν σε ατελέσφορη αναζήτηση για μια νέα ιδεολογικοπολιτική ταυτότητα, προκειμένου να διαφοροποιηθούν από τον «παρείσακτο» αντίπαλο, ούτε κατέφυγαν σε ατέρμονες θρηνωδίες, ως θύματα «πολιτικής ληστείας». Θεώρησαν την προσέγγιση του αντιπάλου τους ως δικαίωση της δικής τους ιδεολογίας και πολιτικής, έκτοτε δε η αντιπαράθεση των πάλαι ποτέ «συντηρητικών» και «προοδευτικών» κομμάτων περιορίσθηκε στο πεδίο της διαχειρίσεως μιας περίπου ταυτόσημης πολιτικής.

Είναι φανερό ότι αφ’ ότου εξέλιπαν οι σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο παρατάξεων και η δυνατότητα εφαρμογής εναλλακτικών προτάσεων, το ζήτημα της διαχειρίσεως κατέστη το πρωτεύον στοιχείο της πολιτικής αντιπαραθέσεως. Αντιστοίχως αναπροσαρμόσθηκαν, άλλωστε, και τα κριτήρια των ψηφοφόρων. Στην εποχή μας πολιτικοί και κόμματα δεν κρίνονται από την ιδεολογία τους, τη ριζοσπαστικότητά τους και τις μεγαλόπνοες διακηρύξεις του. Αλλά από τη σοβαρότητα, τη σύνεση και την αποτελεσματικότητά τους στη διεκπεραίωση ενός δεδομένου πολιτικού έργου.

Εξίσου φυσικό είναι ότι τα παραπάνω στοιχεία δοκιμάζονται και κρίνονται από την κοινή γνώμη, πρωτίστως στο κόμμα που ασκεί την εξουσία και δευτερευόντως στους φορείς της μειοψηφίας. Τούτο υπαγορεύει και στην αντιπολίτευση να προσαρμόσει τον έλεγχο και την κριτική της κυρίως στον τρόπο ασκήσεως και διαχειρίσεως της εξουσίας. Στον τομέα αυτό, άλλωστε, η σημερινή κυβέρνηση έχει και τα περισσότερο τρωτά σημεία. Με παραλείψεις, καθυστερήσεις και παλινωδίες κατά την εκτέλεση του κυβερνητικού προγράμματος.

Φαίνεται ότι ο κ. K. Καραμανλής αντελήφθη εγκαίρως αυτή την ανάγκη αναπροσαρμογής της αντιπολιτευτικής τακτικής στα νέα δεδομένα. Τούτο υποδηλώνει η κατανομή του αντιπολιτευτικού έργου σε δεκατρείς τομείς, προκειμένου ο έλεγχος των κυβερνητικών πεπραγμένων να είναι, κατά τομέα, εξονυχιστικός, εμπεριστατωμένος και κυρίως αξιόπιστος, με την αντιπαράθεση της προτάσεως της Ν.Δ. στο συγκεκριμένο θέμα.

Ωστόσο, το σύστημα αυτό δεν λειτούργησε με κάποια αισθητή επάρκεια ή -σε ορισμένες περιπτώσεις- απέβη και αρνητικό, με τη διατύπωση δύο ή και περισσοτέρων «θέσεων» εκ μέρους της Ν.Δ. Για να γίνει κατανοητή η σημασία αυτού του αντιπολιτευτικού ελλείμματος πρέπει να σημειωθεί η προσπάθεια που καταβάλλει τους τελευταίους μήνες η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, με εισήγηση του κ. Λαλιώτη, να μεταφερθεί η αντιπαράθεση των δύο μεγάλων κομμάτων στο ανύπαρκτο πλέον πεδίο των ιδεολογικοπολιτικών διαφορών, και μάλιστα με τα μέσα και τις μεθόδους οξύτητος του παρελθόντος.

Είναι προφανές ότι με τη σκιαμαχία αυτή, το ΠΑΣΟΚ αποβλέπει στην υποβάθμιση του αντιπολιτευτικού ελέγχου στα θέματα της κυβερνητικής διαχειρίσεως. Το κυβερνών κόμμα, λοιπόν, «ξέρει» και «θέλει» την αντιπολίτευση που το συμφέρει. Το ερώτημα είναι αν «μπορεί» να την επιβάλλει στη Ν.Δ., καταργώντας, έτσι, στην ουσία και το βασικότερο δικαίωμα της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως. Να επιλέγει, δηλαδή, η ίδια το πεδίο ελέγχου, κριτικής και καταλογισμού των κυβερνητικών πράξεων…

Η μεταφυσική διάσταση