ΑΠΟΨΕΙΣ

ΕΝΔΟΜΥΧΩΣ

Στη δεκαετία του ’30, στα χρόνια της μεγάλης αναγέννησης, η χώρα, ταυτόχρονα με την επούλωση της πληγής του ’22, τότε που έχτιζε τις σύγχρονες δομές της, πήγε να διαμορφώσει συνθήκες και περιβάλλον για τη δημιουργία αυτού που λέμε εθνική αστική τάξη. Σε εκείνη την ταραχώδη μεταρρυθμιστική περίοδο που άρχισε το 1924, έλαβε πιο συγκεκριμένη μορφή με την αφαίρεση του εκδοτικού προνομίου από την Εθνική Τράπεζα και την ίδρυση το 1927 της Τραπέζης της Ελλάδος και μετέπειτα πήρε πιο ολοκληρωμένη μορφή, στην τελευταία, μεταξύ 1928 και 1932, «χρυσή τετραετία» του Ελευθέριου Βενιζέλου, πήγε να συγκροτηθεί το ζητούμενο εθνικό κεφάλαιο και να διαμορφωθεί εθνική παραγωγική βάση. Ισχυρές προσωπικότητες, επιχειρηματίες με κουλτούρα και παιδεία, επηρεασμένοι από τη μεγάλη προσπάθεια ανόρθωσης της χώρας και το πατριωτικό πνεύμα του Βενιζέλου, σχεδόν συγκρότησαν έναν κύκλο επιχειρηματικών συμφερόντων, ο οποίος ενεργούσε μεν για το κέρδος, αλλά ταυτόχρονα έβλεπε τη δράση του ταυτισμένη με την εθνική υπόθεση, ως έκφραση της πατρίδας και των στόχων της. Χτίσθηκαν εκείνη την περίοδο δυναμικές παραγωγικές μονάδες, υπήρξε άνθηση επιχειρηματική, εισήχθησαν νέες τεχνικές, μεταφέρθηκε γνώση, έγιναν επενδύσεις, αναπτύχθηκαν δραστηριότητες, αποκτήθηκε βιομηχανική υποδομή και φάνηκε ότι η χώρα ήταν ικανή να ξεφύγει από τη μιζέρια και τη βαλκανική μετριότητα.

Δυστυχώς, εκείνο το εθνικό κεφάλαιο, εκείνη η επιχειρηματική ελίτ των παραγωγών, με κουλτούρα ευρωπαϊκή και πατριωτικό πνεύμα, έσβησε στα δίσεκτα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εχει καταγραφεί ως η τραγωδία της Κατοχής, που έλαβε μορφή ολικής καταστροφής με τον Εμφύλιο και τις παρεπόμενες εκκαθαρίσεις μιας ολόκληρης γενιάς διανοουμένων. Εχασε η χώρα τότε πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο και μαζί όλο εκείνο το απόθεμα ισχύος και γνώσης που μετέφερε η προηγούμενη περίοδος της αναγέννησης και της ανορθωτικής πορείας. Μεταπολεμικά επικράτησαν τα νεοστρώματα, δυνάμεις χωρίς παράδοση, παιδεία και κουλτούρα, εσωστρεφείς κατά βάσιν, στηριγμένες στην επιδότηση και τον προστατευτισμό του κράτους. Ηταν και οι πολιτικές συνθήκες, ο αποκλεισμός των βορείων συνόρων, η περιπλοκή του Ψυχρού Πολέμου, που δεν ευνόησαν μιαν επιθετική επιχειρηματική στρατηγική εκτός των συνόρων. Με εξαίρεση όσους μέσω της ναυτιλίας ξέφυγαν από τα σύνορα της κλειστής αγοράς και δοκιμάσθηκαν στις σκληρές και απαιτητικές συνθήκες του διεθνούς ανταγωνισμού, οι υπόλοιποι της εγχώριας μεταπολεμικής επιχειρηματικής τάξης δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από τα στενά όρια της μικρής αγοράς και αντιθέτως έμειναν προσηλωμένοι σε μια κατά βάσιν καθυστερημένη μικρή και κακής ποιότητας εσωστρεφή παραγωγή. Οι ξένες επενδύσεις περιορισμένες, η μεταφορά τεχνογνωσίας ανεπαρκής και το περιβάλλον ιδανικό για τη γιγάντωση της διαφθοράς και την επικράτηση ενός μοντέλου στρεβλής ανάπτυξης. Στην πρώτη οκταετία του Καραμανλή έγινε μια σοβαρή προσπάθεια να οικοδομηθούν συνθήκες ανασυγκρότησης, αλλά έμεινε ημιτελής με την επικράτηση της χούντας των συνταγματαρχών. Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, υπό το βάρος των συνεπειών της πετρελαϊκής κρίσης, το κράτος παρενέβη σχεδόν ολοκληρωτικά και περιόρισε τις δυνατότητες ανάπτυξης ισχυρών επιχειρηματικών συνόλων. Ακολούθησε η έλευση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, το οποίο στα πρώτα χρόνια έδρασε σχεδόν εχθρικά προς την επιχειρηματική δραστηριότητα και μόνο μετά το 1985, υπό το καθεστώς της ευρωπαϊκής πίεσης για απελευθέρωση ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας άρχισε σιγά-σιγά να βρίσκει πεδία ανετότερης δράσης και ευκαιρίες μεγέθυνσης και ανάπτυξης. Στη δεκαετία του ’90, με την υιοθέτηση του στόχου ένταξης της χώρας στην ΟΝΕ, η προσαρμογή επιταχύνθηκε, πήρε πιο ολοκληρωμένη μορφή και σήμερα, παρά τις στρεβλώσεις των προηγούμενων δύο δεκαετιών, μπορεί να πει κανείς ότι υπάρχει ευρύ πεδίο ανάπτυξης των δυνάμεων του ιδιωτικού τομέα.

Με την ένταξη στην ΟΝΕ, το άνοιγμα της οικονομίας έλαβε διαστάσεις πρωτοφανείς για τη χώρα μας και πλέον η πρόκληση για τις επιχειρηματικές δυνάμεις είναι ευθεία. Από τον προστατευτισμό και το επιδοματικό καθεστώς, σε 15 χρόνια η εγχώρια επιχειρηματική τάξη βρίσκεται πια πλήρως εκτεθειμένη στον ευρωπαϊκό και τον διεθνή ανταγωνισμό.

Δεν έχει πια περιθώρια να σκεφθεί αν θα γίνει εξωστρεφής. Αν δεν το πράξει, αν μείνει κλεισμένη στις λογικές της μικρής εγχώριας αγοράς, θα αφανισθεί. Και εδώ ερχόμαστε στην εποχή, στο παράδειγμα, του Μεσοπολέμου. Μπορούν να υπάρξουν «εθνικοί πρωταθλητές», όπως τους περιέγραψε ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας κ. Θ. Καρατζάς, ικανοί να ξεπεράσουν τα σύνορα και να εκφράσουν τα ελληνικά συμφέροντα στη μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά; Χρειάζεται άραγε η χώρα τέτοιους εθνικούς πρωταθλητές θα ρωτήσει κάποιος; Οπως και να έχει πάντως, το βέβαιο είναι ότι σ’ αυτόν τον ασταθή κόσμο η χώρα δεν θα μπορέσει να επιβιώσει αν δεν διαμορφώσει ισχυρή παραγωγική βάση, αν δεν μπορέσει να διεκδικήσει μερίδια στα οικονομικά υπερσύνολα που «χτίζονται».

Φεύγοντας από το αμφιθέατρο προβληματισμένος σκέφθηκα, «γηράσκω αεί διδασκόμενος».