ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ

Ποια είναι η σύνθεση του «Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου»; Το ερώτημα τίθεται ευλόγως μετά τη συνάντηση το βράδυ της Κυριακής στο Λονδίνο των ηγετών της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Ισπανίας.

Πριν από ένα περίπου χρόνο στις παραμονές της συνόδου της Νίκαιας και στον απόηχο της ομιλίας Φίσερ για το μέλλον της ευρωπαϊκής οικοδόμησης η συζήτηση για τη σύνθεση του «Διευθυντηρίου» ή του «Σκληρού Πυρήνα» ή της «Πρωτοπορίας» κυριαρχούσε και σκίαζε οποιαδήποτε άλλη πτυχή του ενδοκοινοτικού διαλόγου.

Η Βρετανία κατεγράφετο τότε όχι μόνον εκτός «Διευθυντηρίου», αλλά ως ο μεγάλος χαμένος της επιτάχυνσης της ευρωπαϊκής οικοδόμησης που πυροδότησε η γερμανική κυβέρνηση. Ούτε η βαρύνουσα βρετανική εμπλοκή στην οικοδόμηση της Ευρωάμυνας -μετά τη γαλλοβρετανική συνάντηση κορυφής στο Σεν Μαλό στα τέλη του 1998- ούτε η σταθερά ανανεούμενη υπόσχεση του Μπλερ για στροφή προς την ΟΝΕ φαίνονταν να επιτρέπουν στο Λονδίνο να συμμετάσχει στη διαπραγμάτευση για τη διαμόρφωση μιας υπερενισχυμένης κεντρικής ευρωπαϊκής εξουσίας ομοσπονδιακής ή διακυβερνητικής.

Την ίδια ευρωπαϊκή αμηχανία φαίνονταν ότι συμμερίζονταν τότε η Ισπανία του Αθνάρ και η Ιταλία τού υπό προθεσμίαν πρωθυπουργού Αμάτο, που περίμενε μοιραλατρικά να παραδώσει τη σκυτάλη της εξουσίας στον Μπερλουσκόνι.

Στις αναλύσεις και ακριτομυθίες για τη σύνθεση του «Διευθυντηρίου» κυριαρχούσε η πεποίθηση ότι θα περιελάμβανε, σε πρώτη τουλάχιστον φάση τις έξι ιδρυτικές χώρες της ΕΟΚ -Γαλλία, Γερμανία, τους τρεις της Μπενελούξ και την Ιταλία- συν τους δύο προθύμους εταίρους υπέρ της ενίσχυσης της ευρωπαϊκής πολιτικής συνοχής την Ελλάδα και την Πορτογαλία.

Εναν χρόνο μετά, λίγο πριν από τη σύνοδο κορυφής του Λάακεν όπου θα καθορισθεί το πλαίσιο και η ατζέντα της πορείας προς τη Διακυβερνητική του 2004, ο Τόνι Μπλερ με έναν επιδέξιο ελιγμό αυτοανακηρύσσεται όχι απλώς σε μέλος, αλλά σε οικοδεσπότη μιας συνόδου που νομιμοποιείται να προβληθεί και να αντιμετωπισθεί ως «Διευθυντήριο».

Η συγκυρία, οι πολεμικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν και η ενδεχόμενη συμμετοχή ευρωπαϊκών χωρών στη χερσαία φάση τους, δεν θα πρέπει να γίνουν το δένδρο που κρύβει το δάσος. Οι ομόδειπνοι της Ντάουνινγκ Στριτ δεν θα είναι ο «σκληρός πυρήνας» που θα διαπραγματευθεί και θα υλοποιήσει την πορεία προς την ενισχυμένη διακυβερνητική ή ομοσπονδιακή συνοχή. Παρά τις εντυπώσεις τα δεδομένα των ευρωπαϊκών ισορροπιών δεν έχουν αλλάξει. Κεντρική πρόκληση παραμένει μια νέα γαλλογερμανική συνεννόηση, η οποία ούτως ή άλλως θα αποτελέσει σοβαρό διπλωματικό πονοκέφαλο για τον Μπλερ. Με αυτά τα δεδομένα η δυσαρέσκεια της ελληνικής κυβέρνησης δεν πρέπει να καταγραφεί ως παράπονο αποκλεισμένου, αλλά ως εποικοδομητικός ευρωπαϊκός ρεαλισμός.