ΑΠΟΨΕΙΣ

ΓΝΩΜΗ

Με τυπικότερο, ίσως, παράδειγμα κύριο άρθρο της βρετανικής «Γκάρντιαν», πληθαίνουν στον δυτικό Τύπο (με όλη τη γενίκευση, που ενέχει ο όρος) τα δημοσιεύματα, που εκφράζουν επιφυλάξεις έναντι της συνεχιζόμενης αμερικανικής επίθεσης στο Αφγανιστάν. Κοινή βάση των περισσοτέρων είναι ότι οι ΗΠΑ στερούνται «μέτρου» ως προς τα μέσα με τα οποία επιδιώκουν τον αντικειμενικό σκοπό τους, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που δείχνουν να μην έχουν καν προσδιορίσει με σαφήνεια ποιος είναι ο σκοπός αυτός. Ο βομβαρδισμός αμάχων «αποτελεί μάλλον εμπόδιο στη Δικαιοσύνη υπό ευρείαν έννοιαν παρά νομιμοποιημένο μέρος της λύσης του προβλήματος», σημείωνε το κύριο άρθρο της «Γκάρντιαν» οι ΗΠΑ, πρόσθετε, ενώ απέκτησαν τον πλήρη αεροπορικό έλεγχο του Αφγανιστάν, δεν κατέπαυσαν τους βομβαρδισμούς, αλλά τους ενέτειναν…

Η στάση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί προδίδει κατά τη γνώμη μου μία σύγχυση διαφορετικών μεταξύ τους παραμέτρων σχολιασμού. Η σύγχυση αυτή, άλλοτε ηθελημένη για λόγους προπαγάνδας, άλλοτε καλόπιστη, αναμειγνύει τα ηθικά και δικαιοκρατικά κριτήρια με τα καθαρώς γεωπολιτικά και πραγματιστικά, με αποτέλεσμα να μην είναι καθαρό αν η χ ενέργεια σχολιάζεται με μέτρο την πολιτική -στρατηγική ορθότητα και αποτελεσματικότητά της- ή με το εντελώς διαφορετικό μέτρο της ηθικής της διάστασης. Είναι άλλο πράγμα να επικρίνει κανείς τις ΗΠΑ με το επιχείρημα ότι δεν ξέρουν τί ακριβώς επιδιώκουν ή ότι ακολουθούν ατυχή μέθοδο – και άλλο πράγμα να δέχεται ότι η Ουάσινγκτον γνωρίζει καλά τί κάνει, αλλά να της προσάπτει ότι οι επιλογές της είναι «δυσανάλογα» αιματηρές προς τον στόχο της.

Στα περισσότερα από τα επικριτικά κείμενα του δυτικού Τύπου (του ελληνικού συμπεριλαμβανομένου), αυτές οι παράμετροι χρησιμοποιούνται εναλλακτικά, ενώ είναι μεταξύ τους άσχετες. Η κρίση ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν αποσαφηνίσει τί σκοπό επιδιώκουν, ούτε ποιά είναι η ενδεδειγμένη μέθοδος επίτευξης εκείνου του σκοπού που έχουν, ασαφώς έστω, προσδιορίσει, αφορά την ορθότητα και αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατηγικής. Η κρίση ότι τα μέσα που μετέρχονται υπερβαίνουν το «μέτρο» και απομακρύνονται από την επιδίωξη της δικαιοσύνης, αφορά την ηθική διάσταση των αμερικανικών επιλογών.

Η σύγχυση των δύο παραμέτρων συσκοτίζει την οπτική μας, αφού, πέραν του ότι συγχέουμε διαφορετικά πράγματα, προσφεύγουμε σε ένα κριτήριο, που είναι όλως αμφίβολο αν συμμερίζονται οι δρώντες. Πραγματικά, ενώ είναι πλέον ή βέβαιον ότι τόσο οι ΗΠΑ όσο και οι Ταλιμπάν ή ο Μπιν Λάντεν σκέφτονται στρατηγικά, είναι όλως αμφίβολο αν σταθμίζουν τις συγκεκριμένες πράξεις τους με μέτρο την ηθική. Και αν υπεισέρχεται κάποια ηθική παράμετρος, αληθινή ή επίπλαστη, αυτή μάλλον εξαντλείται στη δικαιολόγηση της βασικής παραδοχής: των ΗΠΑ ότι πρέπει να επιβληθούν και του Μπιν Λάντεν ότι πρέπει να ανατρέψει την κυριαρχία τους το πώς, πλέον, θα πραγματωθεί η βασική παραδοχή προσδιορίζεται με αποκλειστικώς στρατηγικά κριτήρια, τα οποία θα ήταν καλό να υιοθετήσει και ο σχολιασμός, αν δεν θέλει να είναι αναντίστοιχος προς τα γεγονότα. Το αν, λοιπόν, οι ΗΠΑ δεν ξέρουν τι κάνουν είναι πολύ διαφορετικό από το αν αυτό που κάνουν είναι επωφελές μεν (για τις ίδιες, φυσικά), αλλά κατάπτυστο. Και είναι βέβαιον ότι όσοι δεν αναμείγνυαν τα στρατηγικά με τα ηθικά κριτήρια μπορούσαν να προβλέψουν ότι ο βομβαρδισμός θα εξελισσόταν, όπως τώρα. Η Ουάσιγκτον δεν θέλει να χάσει άνδρες και κλιμακώνει, όπως πάντα, τις απώλειες, που προκαλεί, πλήσσοντας κατά σειράν στρατιωτικούς στόχους, ειρηνικές υποδομές και αμάχους (που έχει, άλλωστε, ήδη καταδικάσει σε πείνα). Το ότι ο Πάουελ είναι εξυπνότερος της Ολμπράιτ δεν μεταβάλλει ιδιαιτέρως τη γραμμή αυτή, η δε ρίψη ολίγων μερίδων τροφίμων μαζί με τους κιλοτόννους των εκρηκτικών δεν τη μεταβάλλει καθόλου. Το ερώτημα δεν ήταν αν οι ΗΠΑ θα σκοτώσουν με περισσή «γενναιοδωρία» ήταν (και παραμένει) αν κάνοντάς το επιτυγχάνουν την πάταξη της «τρομοκρατίας», την οποίαν επιδιώκουν – ή αν αυτό που επιδιώκουν δεν αφορά τόσο την πάταξη της τρομοκρατίας…