ΑΠΟΨΕΙΣ

ΓΝΩΜΗ

Το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, το οποίο αν όλα πάνε καλά θα είναι έτοιμο το καλοκαίρι του 2004, επαναπροσδιορίζει μια σειρά από αιτήματα. Στο διεθνές τοπίο ενδυναμώνει και καθιστά περισσότερο αξιόπιστο το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης περί επαναπατρισμού των Μαρμάρων του Παρθενώνα. Στο εσωτερικό σκηνικό, η προοπτική ανέγερσης ενός δημοσίου κτιρίου με αυτήν τη λειτουργία και με τις συγκεκριμένες αρχιτεκτονικές προδιαγραφές είναι πιθανόν να δράσει καταλυτικά για τη διαμόρφωση νέων προϋποθέσεων όχι μόνο για την εκ των έσω διεθνή προβολή της Αθήνας αλλά και για τη βελτίωση του αστικού τοπίου. Το νέο Μουσείο της Ακρόπολης θα είναι το νέο σημείο αναφοράς της πρωτεύουσας και είναι πιθανόν να προκαλέσει την εξάπλωση των ορίων του αθηναϊκού κέντρου προς του Μακρυγιάννη και τη Συγγρού. Δέκα και πλέον χρόνια μετά τη λειτουργία του Μεγάρου Μουσικής, ως πολυσήμαντου σημείου αναφοράς της αθηναϊκής ζωής, το Μουσείο της Ακρόπολης έρχεται και αυτό όχι μόνο να υπογραμμίσει τη δυναμική της αστικής ανάπτυξης αλλά και να θέσει ζητήματα ευρύτερου ιδεολογικού περιεχομένου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το νέο Μουσείο καλείται να επιτελέσει ένα σύνθετο ρόλο. Από τη μια, θα αποτελέσει τη σύγχρονη εκδοχή (και την καλοδεχούμενη εξέλιξη) του εδώ και δεκαετίες ανεπαρκούς παλαιού Μουσείου της Ακρόπολης. Από την άλλη, ως στέγη των εκπατρισθέντων Μαρμάρων, θα λειτουργεί ως ενσάρκωση μιας εθνικής ιδεολογίας. Πέραν των δύο αυτών προφανών διαστάσεων, το Μουσείο της Ακρόπολης προκαλεί το διεθνές ενδιαφέρον όχι μόνο ως ένας νέος ισχυρός τουριστικός πόλος αλλά και ως μία σύγχρονη εφαρμογή της σύνδεσης της αρχιτεκτονικής και της εθνικής ιδέας. Το Εθνικό Μουσείο της Σκωτίας, π.χ, ή το υπό κατασκευή Μουσείο των Αυτόχθονων Ινδιάνων της Αμερικής στην Ουάσιγκτον ή ακόμη και η δυναμική, πολύ πρόσφατη, επέκταση της Τέιτ Γκάλερι (με τη γραμμική παρουσίαση της βρετανικής τέχνης) αποτελούν επίσης περιπτώσεις ενσάρκωσης και προβολής σε ένα ευρύ κοινό μιας ιδέας, συχνά πολύ απλής (όπως είναι το ιδεώδες μιας εθνικής τέχνης) αλλά και σε ορισμένες περιπτώσεις πολυσήμαντης (όπως είναι η θέσπιση εκ των έσω ορίων και η λειτουργία της ταυτότητας μιας κοινωνίας).

Τα Μουσεία στον 21ο αιώνα έχουν ανακτήσει τη «θρησκευτικότητά» τους. Από ορισμένους αναλυτές των σύγχρονων κοινωνιών έχουν παρομοιαστεί με καθεδρικούς ναούς, που, όμως, στη μετα-μοντέρνα εποχή μας, συνδυάζουν το ιερό με το κοσμικό. Τα νέα Μουσεία, με τις πολλές κατηγορίες και είδη, έρχονται ως εκφραστές μιας ιδιαίτερα κινητικής διεθνούς κοινωνίας χωρίς εθνική ταυτότητα και με κοινές λίγο-πολύ επιδιώξεις. Παράλληλα, καλούνται να διευρύνουν (ή να εξωραΐσουν) την ψυχαγωγική και εμπορική διάστασή τους και να λειτουργήσουν ως πύλες σε έναν κόσμο όπου το μεταφυσικό έχει θέση και αξιώνει σεβασμό.

Με αυτήν την έννοια, ένα εθνικό μουσείο στον 21ο αιώνα έχει ασφαλώς εντελώς διαφορετικό ρόλο από τα «εγκυκλοπαιδικά» μουσεία των μεγάλων δυνάμεων του 19ου αιώνα, αφού λειτουργούν σε άλλη κλίμακα και με άλλον όγκο γνώσεων κατακτημένων από τις μάζες. Η ίδια η εθνική ιδέα έχει διυλυθεί, προκειμένου να ανασυντεθεί και πάλι με νέα συστατικά και διαφορετικούς αποδέκτες. Η ιδέα της περηφάνιας (για τη γειτονιά, την πόλη, την πρωτεύουσα, το κράτος, το έθνος) δεν έπαψε ποτέ να υπηρετείται από τα μουσεία, με άμεσο ή υπαινικτικό τρόπο, αλλά ποτέ πριν η ίδια η ιδέα των Μουσείων δεν απασχολούσε τόσο κόσμο και δεν είχε τέτοια συμμετοχή στις εθνικές οικονομίες. Το νέο Μουσείο της Ακρόπολης θα είναι η πρώτη ελληνική συμμετοχή στα νέας γενιάς μουσεία μεγάλου διαμετρήματος, που ακόμη και με διάφανη αρχιτεκτονική, χωρίς δηλαδή εθνικά σύμβολα, θα καλούνται να θέτουν ερωτήματα και να διαμορφώνουν συνειδήσεις. Η ίδια η Αθήνα θα αποκτήσει μεγαλύτερη αξιοπιστία και θα κινηθεί μερικές μοίρες εγγύτερα στο κέντρο του κόσμου.