ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΠΟΨΗ

Την περασμένη Κυριακή, ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Τόνι Μπλερ, κάλεσε σε δείπνο τον πρόεδρο Σιράκ της Γαλλίας και τον καγκελάριο Σρέντερ της Γερμανίας για να συζητήσουν την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν, καθώς και την πορεία της ειρηνευτικής(;) διαδικασίας στη Μέση Ανατολή, με στόχο προφανώς τον συντονισμό απόψεων και δράσεων των τριών ευρωπαϊκών χωρών, εν όψει μάλιστα των νέων συναντήσεων Σιράκ και Μπλερ με τον πρόεδρο Μπους. Μόλις άρχισε να διαρρέει η πληροφορία, ξεκίνησαν έντονες πιέσεις από τους αρχηγούς άλλων ευρωπαϊκών χωρών που εκδήλωσαν έντονη επιθυμία να δοκιμάσουν και αυτοί τη δεινότητα των μαγείρων της Ντάουνινγκ Στριτ, όπου βρίσκεται η κατοικία του Βρετανού πρωθυπουργού. Είχε άλλωστε προηγηθεί και ανάλογη συνάντηση κορυφής των τριών, με γαλλική πρωτοβουλία, πριν από το πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Γάνδης και οι αντιδράσεις των υπολοίπων αρχηγών κυβερνήσεων υπήρξαν και τότε ιδιαίτερα έντονες. Τελικά, ο κλειστός κύκλος των καλεσμένων στο δείπνο του Λονδίνου διευρύνθηκε, δεν συμπεριέλαβε όμως τους περισσότερους μικρούς και μεσαίους. Προφανώς, η υψηλή πολιτική και οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν προνόμιο των μεγάλων της Ευρώπης, τουλάχιστον σύμφωνα με την άποψη του οικοδεσπότη.

Η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική

Οι προσπάθειες για τη διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής και άμυνας έχουν ήδη πίσω τους μια ιστορία τριάντα χρόνων, γεμάτη από συναντήσεις, επιτροπές και συμβούλια, καθώς και έναν μακρύ κατάλογο κοινών θέσεων και δηλώσεων που όμως πολύ μικρή επίδραση φαίνεται να είχαν, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, στις διεθνείς εξελίξεις. Διπλωματική ρητορεία ως υποκατάστατο μιας κοινής πολιτικής; Η περιγραφή αυτή δεν απέχει δυστυχώς και πολύ από την πραγματικότητα, όπως έχει αποδειχθεί επανειλημμένα στο Μεσανατολικό, αλλά και με την εξέλιξη της γιουγκοσλαβικής τραγωδίας.

Δυο υπήρξαν μέχρι σήμερα οι μεγάλοι άξονες εσωτερικής διαφοροποίησης των χωρών – μελών της Ενωσης ως προς τη διαμόρφωση μιας Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Αμυνας (ΚΕΠΠΑ). Ο πρώτος άξονας αφορά στη μορφή και το θεσμικό σχήμα αυτής της κοινής πολιτικής. Ξεκινά από την καθαρά διακυβερνητική συνεργασία και φθάνει μέχρι το λεγόμενο κοινοτικό μοντέλο, με συγκεκριμένους κανόνες, ισχυρά θεσμικά όργανα και (γιατί όχι;) πλειοψηφικό σύστημα στη λήψη των περισσοτέρων αποφάσεων. Ο δεύτερος άξονας αφορά στις σχέσεις Ευρώπης και Αμερικής. Πόσο θέλει ή μπορεί η Ε.Ε. να διαφοροποιηθεί από την ηγέτιδα δύναμη της Ατλαντικής Συμμαχίας; Για να το πούμε με διαφορετικά λόγια, τι συνεπάγεται η διαμόρφωση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής ως προς τον συσχετισμό δυνάμεων (υποχρεώσεων και επιρροών) στο εσωτερικό της Ατλαντικής Συμμαχίας; Μπορεί η σχέση Αμερικής και Ευρώπης να μετατραπεί από μια σχέση ηγέτη και ακόλουθου σε μια σχέση ισότητας και συμπληρωματικότητας;

Οι ευρωπαϊκές χώρες δεν μπόρεσαν ποτέ να συμφωνήσουν στα θέματα αυτά. Οι μεγάλοι ενδιαφέρονταν συνήθως για διακυβερνητικές μορφές συνεργασίας στις οποίες θεωρούσαν ότι οι ίδιοι θα παίξουν ηγετικό ρόλο. Αυτή η παρατήρηση ισχύει με σχεδόν απόλυτο τρόπο για τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία. Η Γερμανία, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, και η Ιταλία δεν είχαν ανάλογες φιλοδοξίες, ενώ αντίθετα έδειχναν μεγαλύτερη προσήλωση στο κοινοτικό μοντέλο. Οι μικροί και μεσαίοι αντιλαμβάνονταν συνήθως, αν και όχι πάντοτε, ότι οι διακυβερνητικές μορφές συνεργασίας ευνοούν τους μεγάλους. Μερικοί όμως, όπως και η Ελλάδα για αρκετά χρόνια, δεν μπορούσαν να βγάλουν και τα αναγκαία συμπεράσματα. Για παράδειγμα, δεν μπορείς να επιδιώκεις μια ισχυρή ΚΕΠΠΑ και ταυτόχρονα να επιμένεις στη διατήρηση και συχνή χρήση του εθνικού βέτο.

Οι πρώτες προσπάθειες, γαλλικής προέλευσης, για μια ευρωπαϊκή πολιτική συνεργασία (ο προάγγελος της ΚΕΠΠΑ) είχαν μια έντονη αντι-αμερικανική διάσταση. Αυτός άλλωστε ήταν και ο κύριος λόγος που δεν περπάτησε, εφόσον Γερμανοί, Βρετανοί, Ολλανδοί και άλλοι δεν είχαν καμιά διάθεση να ακολουθήσουν τους Γάλλους σε αυτόν τον δρόμο. Αλλαξαν πολύ οι διεθνείς συνθήκες στη συνέχεια (κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων, βαλκανική κρίση, πολιτική αστάθεια σε άλλες περιοχές). Μαζί άλλαξαν συμπεριφορές και προτεραιότητες. Η Βρετανία του κ. Μπλερ ανακάλυψε τη χρησιμότητα της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας ως αυτοσκοπού αλλά και ως μέσου για να αναβαθμίσει τη θέση της χώρας στην Ε.Ε., εφόσον διαθέτει στον χώρο αυτό ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Ετσι θα μπορούσε να λειτουργήσει και πιο ουσιαστικά ως προνομιακός εταίρος των ΗΠΑ. Από τη δική της πλευρά, η Γαλλία πλησίασε σημαντικά τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ.

Επικίνδυνες εξελίξεις

Είτε μας αρέσει είτε όχι, η ενωμένη (λίγο ως πολύ) Ευρώπη είναι ακόμη και σήμερα ένας οικονομικός γίγαντας, του οποίου η διεθνής πολιτική παρουσία και επιρροή ελάχιστα ανταποκρίνεται στις δυνατότητές του. Το διεθνές περιβάλλον, ακόμη και πριν από τις 11 Σεπτεμβρίου, ιδιαίτερα μάλιστα η επικίνδυνη αστάθεια που χαρακτηρίζει τη γειτονιά της Ε.Ε., πιέζουν έντονα προς την κατεύθυνση μιας περισσότερο αποτελεσματικής ευρωπαϊκής παρουσίας και μιας κοινής πολιτικής. Οι εξελίξεις σε αυτόν τον χώρο θα επηρεάσουν όμως καθοριστικά και ολόκληρο το κοινοτικό οικοδόμημα. Ο κ. Μπλερ έχει προφανώς άποψη για όλα αυτά, την οποία δείχνει να συμμερίζεται και ο πρόεδρος Σιράκ και μάλλον λιγότερο (ελπίζω;) οι κύριοι Ζοσπέν και Σρέντερ. Διακυβεύονται πολλά. Η διαφωνία των υπολοίπων θα πρέπει να είναι έντονη και συντονισμένη

* Ο Λουκάς Τσούκαλης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).

Για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, σημείωνε ο Νίκος Νικολάου στο «Βήμα», υπουργός Οικονομίας, ο κ. Χριστοδουλάκης, αναφέρεται στο εμπορικό ισοζύγιο ως το κρίσιμο πεδίο όπου θα δοθεί η μάχη μεταξύ… αρετών και ελαττωμάτων. Στο τι και πόσα πουλάμε σε σύγκριση με το τι και πόσα αγοράζουμε. Δεν είναι ίσως ορθό να περιγράφουμε τα οικονομικά γεγονότα με ηθική ορολογία, αλλά έτσι τα καταλαβαίνουμε καλύτερα. Εχουμε πολλές αρετές, αλλά περισσότερα ελαττώματα. Θα δώσουμε τη μάχη του ευρώ όχι γιατί έχουμε πολλές ή λίγες πιθανότητες να την κερδίσουμε, αλλά γιατί είναι πλέον αδύνατο να ζήσουμε με την ίδια σχέση αρετών και ελαττωμάτων. Η μόνη ελπίδα μας είναι η μάχη και ιδού ένα, απλοϊκό επίσης, παράδειγμα με ηθική πάλι ορολογία.