ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΝΕΜΟΔΕΙΚΤΗΣ

Να, λοιπόν, που έχει και τα «καλά» της η παγκόσμια οικονομική κρίση με τα έκδηλα υφεσιακά φαινόμενα: επέσπευσε κατ’ έναν τουλάχιστον χρόνο την πρώτη φάση της περιβόητης φορολογικής μεταρρύθμισης που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση, και οριοθετήθηκε χθες από τον ίδιο τον πρωθυπουργό αμέσως μετά τη σύσκεψη της Κυβερνητικής Επιτροπής που συνεδρίασε για τον προϋπολογισμό που σε λίγες μέρες θα κατατεθεί στη Βουλή. Στόχος αυτών των φορολογικών μέτρων (στα οποία, βεβαίως, δεν εξαντλείται η μεταρρύθμιση – θα ακολουθήσουν και άλλα, με βάση προφανώς το «βλέποντας και κάνοντας»…) είναι η ενίσχυση της αγοράς, τόσο με την αύξηση (μικρή, ίσως, αλλά απολύτως ουσιαστική) των εισοδημάτων που θα προκύψουν από τις φορολογικές ελαφρύνσεις των μισθωτών και που ελπίζεται να εκδηλωθεί σταδιακά ως ζήτηση μεόλες τις συνακόλουθες επιπτώσεις της (αύξηση της παραγωγής, της προσφοράς, δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας κ.λπ.) όσο και με τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, που ελπίζεται το «όφελος» εξ αυτής να διοχετευθεί σε επενδύσεις (κυρίως προς δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, πάλι – το φάσμα της ανεργίας απασχολεί όλη τη δυτική οικονομία…) και αναθέρμανση της παραγωγικής μηχανής.

Ηαύξηση του αφορολόγητου ορίου για όλα τα εισοδήματα κατά 20% (θα φθάσει τώρα τα 2,85 εκατομμύρια σε ετήσια βάση) σε συνδυασμό με την κατάργηση του πρώτου φορολογικού κλιμακίου, μόνο για τους μισθωτούς, υπολογίζεται ότι θα ενισχύσει σημαντικότατα τους χαμηλόμισθους (που θα δουν το όφελος ήδη από τη μισθοδοσία τους του Ιανουαρίου 2002, αφού θα μειωθούν οι κρατήσεις για την εφορία), αλλά και συνολικότερα όλους τους φορολογούμενους, ακόμη και τους πραγματικούς υψηλόμισθους, αφού αυτή η αύξηση του αφορολογήτου θα «απολήξει» στο να μειωθεί το ποσόν των εισοδημάτων που (κλιμακωτά) φορολογείται ακόμη και με το ανώτατο όριο του 42,5%, άρα να πληρώνουν μικρότερη εφορία. Το όφελος, κατά μέσο όρο, θα κυμανθεί περί τις 300-500.000 δραχμές ανά φορολογούμενο, ποσό που θεωρείται σημαντικό με τις σημερινές οικονομικές συγκυρίες, ενώ συνολικότερα θα είναι ακόμη μεγαλύτερο αν συνυπολογίσει κανείς την κατάργηση του «χαρτοσήμου» σε ένα πλήθος συναλλαγών (πλην ενοικίων και πράξεων), που σήμερα επιβαρύνονται με 2,4%. Μαζί με αυτά τα φιλολαϊκά (και ουσιαστικά – πέραν απολύτων αριθμών…) μέτρα, η κυβέρνηση αποφάσισε να μειώσει τη φορολογία επιχειρήσεων από το 35% στο 32,5%, σε σύνδεση με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ ταυτόχρονα αποφάσισε τη φορολόγηση των ακινήτων των «οφ-σορ» εταιρειών και τη φορολόγηση των «ρέπος» με 7%…

Τα τελευταία αυτά δύο μέτρα, πέραν της «εξισορρόπησης» που θα επιφέρουν με φορολογικά έσοδα τα οποία θα «πατσίσουν» κάπως τη φορολογική υστέρηση από τις άλλες φορολογικές ελαφρύνσεις, αποβλέπουν και στη δημιουργία αισθήματος ισότητος μεταξύ χαμηλών και μεσο-μεγάλων εισοδημάτων – κάτι στο οποίο αποβλέπει η κυβέρνηση, που θέλει και την αγορά να αναθερμάνει, αλλά και να βρει ευκαιρίες να αρχίσει να δείχνει το «κοινωνικό πρόσωπό» της.

Κατά τους υπολογισμούς του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, το κόστος αυτής της πρώτης φάσεως της φορολογικής μεταρρύθμισης θα ανέλθει περίπου στα 200 δισ. ετησίως (μετά την «εξισορρόπηση» με τη φορολογία των «ρέπος» και των ακινήτων των υπεράκτιων εταιρειών…) που ελπίζει να μειώσει κάπως με την εντατικοποίηση (αλλά απαιτείται και εκ βάθρων αλλαγή του συστήματος – και ουσιαστική επέκταση του ηλεκτρονικού δικτύου των ΔΟΥ…) της προσπάθειας πάταξης της φοροδιαφυγής. Σε κάθε περίπτωση, αυτό το κόστος μπορεί να το «αντέξει» η κυβέρνηση, με τη μείωση ή και τον μηδενισμό του προσδοκώμενου «πλεονάσματος» του προϋπολογισμού, που έτσι κι αλλιώς είναι καθαρά λογιστικός! Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή είναι να υπάρξουν «αναπτυξιακοί μοχλοί» για την αντιμετώπιση της κρίσεως και την αναθέρμανση της οικονομίας, που οι αναθεωρημένες εκτιμήσεις τη βλέπουν να κινείται το 2002 με ρυθμούς ανάπτυξης ίσως και κάτω του 3,8% του ΑΕΠ – ποσοστό «καλό» σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, αλλά οπωσδήποτε χαμηλό για τα δεδομένα και τις ανάγκες της «υπό ανάπτυξη» και σε σημαντική ουσιαστική διαφορά από τις αντίστοιχες των εταίρων μας δικής μας οικονομίας…

Υπάρχει, φυσικά, και μια άλλη «οπτική γωνία» υπό την οποία μπορείς να αντιμετωπίσεις τα μέτρα – και περιμένουμε με ενδιαφέρον να δούμε αν θα υποκύψει στον πειρασμό να την… επιστρατεύσει η αντιπολίτευση: αυτή της προεκλογικής (έρχονται σε 10 μήνες οι δημοτικές, με το ιδιαίτερο βάρος τους, τουλάχιστον σε επίπεδο εντυπώσεων!) λογικής και της δημιουργίας στον πολύ κόσμο της αίσθησης των «παροχών». Μπορεί κανείς να την επικαλεσθεί, αλλά δεν πιστεύουμε ότι υπό τις παρούσες καταστάσεις και τη διάχυτη αγωνία που διακρίνει τόσο την ελληνική όσο και τις άλλες ευρωπαϊκές (και όχι μόνον…) κυβερνήσεις, αυτή η οπτική γωνία λειτούργησε κυριαρχικά για τις αποφάσεις που ανακοινώθηκαν χθες.

Και… «ολίγη»

από Ασφαλιστικό!

Η σύνδεση των φορολογικών ελαφρύνσεων στις επιχειρήσεις με τη δημιουργία (μέσω των επενδύσεων) νέων θέσεων εργασίας (στην πράξη θα αποδειχθεί κατά πόσο αυτή η σύνδεση είναι εφικτή και αποτελεσματική…) σίγουρα δημιουργεί ένα «καλό κλίμα» για τον διάλογο που σύντομα πρόκειται να αρχίσει και μάλιστα από «μηδενική βάση» και με «καθαρό το τραπέζι» από παλιές προτάσεις και σκέψεις, για το Ασφαλιστικό – και έτσι ελπίζει η κυβέρνηση, αλλά προφανώς και ο ΣΕΒ, να εκτιμηθεί από πλευράς ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ…

Πάντως από τις χθεσινές δηλώσεις για το Ασφαλιστικό του υπουργού Εργασίας κ. Δημήτρη Ρέππα προκύπτει μάλλον αβίαστα το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση στο «φλέγον» και άκρως επικίνδυνο (όπως απεδείχθη με την πρωτοφανή αναταραχή προ μηνών…), αλλά ταυτόχρονα και άκρως επείγον αυτό ζήτημα, δεν προτίθεται να προβεί σε ριζικές ρυθμίσεις και μέτρα, αλλά το πιθανότερο είναι να πράξει τα… απολύτως απαραίτητα για να μην απειληθεί με κατάρρευση το σύστημα, να κερδίσει χρόνο και να έχει την άνεση να «επέμβει» ριζικά και αποφασιστικά σε μια πιο «πρόσφορη» στιγμή, τόσο πολιτικά όσο και από την άποψη των οικονομικών συγκυριών.

Προετοιμάζεται για τον διάλογο η κυβέρνηση, αλλά, σύμφωνα με τις υπάρχουσες «διαρροές» από το αρμόδιο υπουργείο, με βάση το περιβόητο πόρισμα των εμπειρογνωμόνων, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε (με «άτσαλο» και μονοκόμματο τρόπο…) η προηγούμενη απόπειρα προσέγγισης του προβλήματος. Και ο μεν τρόπος αξιοποίησης του πορίσματος μπορεί να ήταν «άτσαλος» – το πόρισμα, όμως, από όλους είχε κριθεί ότι έλεγε αλήθειες. Πικρές μεν, αλήθειες δε…

Τώρα, φυσικά, δεν… είναι ώρες να ανοίγει και άλλα μέτωπα η κυβέρνηση: η οικονομική κρίση, οι δυσκολίες της Ολυμπιάδας (σε χρόνο και κόστος!), οι επερχόμενες δημοτικές εκλογές, τα «απόνερα» του συνεδρίου και η ανασύνταξη (υπό άλλη μορφή και… ηγεσία, ίσως!) της εσωκομματικής αντιπολίτευσης και η πρεμούρα να παραχθεί και να καταδειχθεί «έργο» στον κόσμο (ιδίως στον κρίσιμο τομέα της περιβόητης «γκρίζας καθημερινότητας» του πολίτη…) δεν αφήνουν περιθώρια για μαζικές κινητοποιήσεις, φασαρίες, απεργίες και διαδηλώσεις – κάθε πράγμα στον καιρό του! Το ζήτημα, βέβαια, είναι αν έχει… απομείνει καθόλου «καιρός», με αυτήν την τακτική που μονίμως και «θεσμικώς» ακολουθούν όλες οι κυβερνήσεις, να… αναπέμπουν τα δύσκολα στο μέλλον. Γενικώς…

Α, επί τη ευκαιρία, μια και μιλάμε για φιλολαϊκά μέτρα και δημιουργία «κλίματος» γενικώς, εν όψει δύσκολων ημερών: σίγουρα θα ικανοποιήσει απολύτως τους εργαζόμενους στους ΟΤΑ (και μιλάμε για πολλές χιλιάδες) η απόφαση της κυβέρνησης να χορηγήσει και σ’ αυτούς το επίδομα που έχουν πάρει ήδη σταδιακά και οι ακραιφνώς δημόσιοι υπάλληλοι, των 60.000 δραχμών (κατά μέσο όρο) μηνιαίως. Το συνολικό όφελος αυτής της κατηγορίας υπαλλήλων, σε ετήσια βάση, υπολογίζεται κατά μέσο όρο 800.000 δραχμές και σε κάποιες (λίγες, πολύ λίγες…) περιπτώσεις μέχρι και τα 2 εκατομμύρια. Και μπορεί το αίτημα των υπαλλήλων των ΟΤΑ να ήταν δίκαιο (όπως δίκαιη είναι -και πάντως σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις- η χορήγηση του οικογενειακού επιδόματος και στους δύο συζύγους…), η απορία όμως είναι αν ο δημόσιος καρβανάς το αντέχει τώρα. Λεπτομέρειες, ίσως…