ΑΠΟΨΕΙΣ

ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ

Αλλιώς φαινόταν απ’ έξω την Πέμπτη το βράδυ το Μέγαρο Μαξίμου. Οι κάμερες στη θέση τους, «σημάδευαν» τους εισερχόμενους: συγγραφείς, εκδότες, θεσμικούς του βιβλίου, δημοσιογράφους, οι οποίοι το τελευταίο διάστημα έτυχε να συναντηθούν πολλές φορές, να συμβιώσουν (όλοι) επί μία ολόκληρη εβδομάδα στην πρόσφατη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης, να χρεωθούν (κάποιοι) την ευθύνη της διοργάνωσης, να εισπράξουν -μερικοί- τους επαίνους από την ομολογημένα καλή δημόσια παρουσία.

Γνωστοί μεταξύ τους, οι προχθεσινοί προσκεκλημένοι του πρωθυπουργού, κι όμως η αμηχανία ήταν διάχυτη στη συνάντηση. Ισως γιατί η προχθεσινή σύναξη σηματοδοτούσε κάτι διαφορετικό (παρ’ όλα αυτά ήδη γνωστό και επαναλαμβανόμενο τα τελευταία χρόνια), που προκαλούσε ερωτήματα και προβληματισμό: πολύ ευγενική η πρόθεση του πρωθυπουργού να καλέσει -για να ευχαριστήσει και τιμήσει- όσους (ο καθένας με τον τρόπο του) συνέβαλαν σε μια επιτυχημένη ελληνική πολιτιστική παρουσία. Ομως η Φρανκφούρτη τελείωσε. Αφησε την εμπειρία των καλών ή των κακών επιλογών των παραλείψεων ή των επιτυχημένων λύσεων. Εν τέλει το στοίχημα για τη συνέχεια και τη βελτίωση αυτής της εμπειρίας στους τομείς του πολιτισμού.

Οταν ολοκληρώθηκε η συνάντηση της Πέμπτης, δεν είχαμε μάθει περισσότερα για τους τρόπους που επιλέγει η πολιτεία στο να ενισχύει όσα θεωρούνται (και θεωρεί) συγκριτικά πλεονεκτήματα στον πολιτισμό. Δεν γνωρίζαμε με ποιους τρόπους περισσότεροι αναγνώστες θα διαβάσουν (λογοτεχνία ή όποιο άλλο βιβλίο από τα χιλιάδες που κυκλοφορούν) με ποιους τρόπους από την ανάγνωση θα μεταφερθούν και σε άλλα είδη τέχνης είχαμε προσθέσει στο νου μας νέους αριθμούς (για τα βιβλία που μεταφράστηκαν, για το πόσοι παρέστησαν και πόσοι απουσίαζαν), αλλά κανένα νέο στοιχείο για τους τρόπους με τους οποίους σκοπεύει η πολιτεία να ενισχύσει τον πολιτισμό και τους εκφραστές του ώστε να δημιουργηθούν περισσότεροι αποδέκτες. Η συνάντηση της Πέμπτης ήταν συναναστροφή, όχι συνάντηση και επικοινωνία.

Λίγο πιο πάνω, στο Μουσείο Μπενάκη η έκθεση με τα έργα του Γιάννη Μόραλη καταφέρνει, άμεσα και απρόσκοπτα, να συνδέσει τους επισκέπτες της με σημαντικές πολιτιστικές στιγμές -και δημιουργούς- των τελευταίων εξήντα χρόνων. Ζωντανεύει θεατρικές παραστάσεις και πρόσωπα ηθοποιών που δεν υπάρχουν πια ξαναφέρνει στα χείλη μουσικές και στίχους που συνδέθηκαν με γενιές και εποχές προ(σ)καλεί να ανατρέξουμε σε βιβλία, σε στίχους, σε φράσεις ποιητών, στο λόγο ξεδιπλώνει τις διαδρομές της εικαστικής δημιουργίας, τις αναζητήσεις για τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν. Δεν συναναστρέφεται συναντιέται, συναντάει και συνομιλεί. Δεν είναι απλό;

Και φυσικά μονοχρωμία το πολύ διχρωμία. Οι πολύχρωμες μπάλες που ξέραμε από τα παιδικά μας χρόνια, θυμάστε κόκκινες, μπλε, κίτρινες κ.λπ., θεωρούνται μπανάλ. Οπως και οι κάρτες που βάζαμε, κοντά στη φάτνη. Τώρα, για ποια φάτνη μιλάμε, για ποιες κάρτες; Τα κινητά να ‘ναι καλά. Σε αυτά ξοδεύουν τον ελεύθερο χρόνο τους οι Ελληνες. Οχι πάνω στο χαρτί.