ΑΠΟΨΕΙΣ

Γλώσσα και δηλώσεις

Ηκ. Διαμαντοπούλου, η οποία με την περί αγγλικής γλώσσας «πρότασή» της εξασφάλισε πρωτοσέλιδη κάλυψη, δεν είναι η πρώτη φορά που απασχολεί τον Τύπο με δηλώσεις, των οποίων το ακριβές νόημα είναι αμφίβολο αν έχει μελετήσει. H ίδια επέλεξε να θυμηθεί -ως υποτιθέμενη πρωτοπορία- κάποιες θέσεις της υπέρ της ιδιωτικοποίησης των ΔΕΚΟ. Προσωπικά δεν θυμούμαι αυτές, αλλά μία ομιλία της στις αρχές Απριλίου 2000, όταν είχε υποστηρίξει ότι στην E.E. «θέλουμε πλήρη απασχόληση, όχι όμως υποχρεωτικά οκτάωρο», προσθέτοντας ότι η κάμψη του οκταώρου θα μπορούσε να επέλθει ως αποτέλεσμα ατομικών συμβάσεων μεταξύ εργοδοτών – εργαζομένων.

Οταν μερίδα του συντηρητικού Τύπου «χτύπησε» τις δηλώσεις αυτές στις πρώτες σελίδες η κ. Διαμαντοπούλου είχε μιλήσει για «μαύρη προπαγάνδα». Είχε τότε καταγγείλει ότι χρησιμοποιήθηκε «απροκάλυπτα μια ομιλία σε πανεπιστημιακό κοινό» (λες και οι εφημερίδες πρέπει να μεταφέρουν μόνον ό,τι οι πολιτικοί έχουν προετοιμάσει, εύπεπτο και εξωραϊσμένο, για τους ψηφοφόρους), χωρίς όμως να διαψεύδει τα δημοσιεύματα – αλλά και χωρίς να προβληματίζεται πώς αυτή, «σοσιαλίστρια» κατά επίσημη ένταξη (ΠΑΣΟΚ είναι), τασσόταν τόσο άνετα υπέρ της αναίρεσης ιστορικών εργατικών κατακτήσεων. Μία εκδοχή είναι ότι ίσως… δεν τασσόταν? ότι η διάθεση να φανεί ρηξικέλευθη, εξασφαλίζοντας εύσημα σύγχρονης αριστερής, δηλαδή… δεξιάς, εκτόπισε τις επιφυλάξεις της.

Στο θέμα της γλώσσας, η εντύπωση αυτή είναι ακόμη ισχυρότερη. Οπως σημείωσε στη σελίδα αυτή ο Παντελής Μπουκάλας, είχε κανείς την αίσθηση ότι η κ. Διαμαντοπούλου δεν κατανοεί ακριβώς τι σημαίνει «επίσημη γλώσσα» ενός κράτους. Και η αίσθηση αυτή εμπεδώθηκε από το γεγονός ότι η επίτροπος στη νέα δήλωσή της επέμεινε μεν στην ιδέα να καθιερωθεί η αγγλική ως δεύτερη επίσημη γλώσσα, επί της ουσίας όμως αναφέρθηκε απλώς στην ανάγκη εντατικότερης διδασκαλίας της – πράγμα που δεν έχει καθόλου να κάνει με «επίσημη» γλώσσα. Γιατί αν ο όρος «επίσημη γλώσσα» έχει κάποιο… επίσημο νόημα, αυτό βρίσκεται στη νομική του διάσταση: η γλώσσα είναι επίσημη, όταν αναγνωρίζεται ως επίσημο γλωσσικό εργαλείο στις κρατικές υπηρεσίες, τα δικαστήρια, τις σχέσεις του κράτους με τον πολίτη, στη διδασκαλία των μαθημάτων στα σχολεία και τα Πανεπιστήμια – όχι όταν διδάσκεται στα σχολεία ως υποχρεωτική ξένη γλώσσα.

Η κ. Διαμαντοπούλου θα ώφειλε, λοιπόν, να ξεκαθαρίσει τι προτείνει (αν υποτεθεί ότι ενδιαφέρεται κανείς για την πρότασή της). Το να προτείνει κανείς την εντατικότερη διδασκαλία της αγγλικής ως ξένης γλώσσας είναι πολύ διαφορετικό από το να προτείνει τη σύνταξη κρατικών εγγράφων, τη διδασκαλία μαθημάτων και τη διεξαγωγή δικών στα Αγγλικά. Το πρώτο είναι αναμφιβόλως χρήσιμο και σωστό, όπως χρήσιμη θα ήταν η βελτίωση διδασκαλίας της ίδιας της ελληνικής. Το δεύτερο είναι προβληματικό, δαπανηρό και περιττό σε μία χώρα με πληθυσμό κατά συντριπτικό ποσοστό ελληνόγλωσσο (αφήνει κανείς το γεγονός ότι στις γλωσσικές ελληνικές μειονότητες δεν αναφέρεται καμία… αγγλόφωνη), είναι δε πιθανότατα και πολιτιστικώς εκφυλιστικό, καθώς η ροή των πραγμάτων προδίδει υποχώρηση της ελληνικής παιδείας και όχι της αγγλόγλωσσης διδασκαλίας…

«Προτάσεις» όπως αυτή της κ. Διαμαντοπούλου, έχουν το προσόν να κάνουν τον λαλήσαντα είδηση, όχι όμως να προάγουν τη σκέψη για το θιγόμενο ζήτημα – ιδίως όταν αυτό είναι τόσο πολύπλοκο, ώστε η E.E., παρά τα προφανή πρακτικά προβλήματα, δεν μειώνει -ακόμη- τις «επίσημες» γλώσσες της (κατ’ αντίθεση, εκεί, με τις «γλώσσες εργασίας»), οι δε εταίροι της ανησυχούν όχι μόνο για την επιβίωση των γλωσσών τους, αλλά και για το βάθος των ανθρωπιστικών σπουδών στις γλώσσες αυτές, διαβλέποντας ότι η κυριαρχική επιβολή της αγγλικής γλώσσας συνοδεύεται από μία ευρύτερη υποβάθμιση του μέσου επιπέδου θεωρητικών σπουδών – και στην αγγλική. Ψιλά γράμματα όλα αυτά, βέβαια. Και τελείως ακατάλληλα για να γίνει κανείς πρωτοσέλιδο.

Το πρόβλημα είναι μεγάλο. Απαραίτητο, δυστυχώς, είναι πλέον να ενισχύεται διαρκώς η αστυνόμευση στη σημερινή Αθήνα, με τα πολλά «σκοτάδια» και τις τόσες «δύσκολες» γειτονιές. Αλλά για να καταλήγει αυτό στην παροχή μιας σχετικής έστω, «ασφάλειας» στους πολίτες, χρειάζεται να έχει μια καλή ποιότητα ο αστυνομικός μηχανισμός. Πόση «ασφάλεια» μπορεί να παρέχεται, όταν υπάρχει ο φόβος ότι αν ένα ελεγχόμενο άτομο, ρίξει μια γροθιά, μια κλωτσιά, προσπαθήσει να επιτεθεί με ένα μαχαίρι ή το βάλει ξαφνικά στα πόδια, θα εισπράξει μια σφαίρα στο κεφάλι;