ΑΠΟΨΕΙΣ

Προτιμούν πλέον τους τηλεθεατές…

Το πόσο έντονο μπορεί να ήταν, ή πιθανώς να είναι ακόμη, το ενδιαφέρον του κ. N. Χατζηνικολάου (MEGA) για υποψηφιότητά του στον Δήμο Αθηναίων δεν ενδιαφέρει αυτή τη στήλη. Δικαίωμα κάθε πολίτη είναι, άλλωστε, να έχει επιθυμίες για τη διεκδίκηση αξιωμάτων στον δημόσιο χώρο και επιπλέον ο κ. Χατζηνικολάου δεν είναι ο πρώτος δημοσιογράφος που μπορεί να γοητεύτηκε από τους φωτισμούς της «απέναντι όχθης».

Ενδιαφέρον έχει, όμως, το γεγονός ότι στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας συζητήθηκε πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο αυτής της υποψηφιότητας για τον Δήμο Αθηναίων. Εχει ιδιαίτερη σημασία το ότι ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας στράφηκε προς τον χώρο της εμπορικής τηλεόρασης για την αναζήτηση υποψηφίου στον πρώτο δήμο της χώρας, με τα πολλά και δύσκολα προβλήματα. Εχει ιδιαίτερη σημασία το ότι σήμερα στα κομματικά «ρετιρέ» της Ν.Δ. κάποιοι σκέφθηκαν ότι για τη διεκδίκηση αυτού του αξιώματος είναι αρκετός τώρα ένας «αστέρας» της εμπορικής τηλεόρασης, αν ως πρόσωπο «δημοφιλές» μπορεί να φέρει μια «νίκη» για λογαριασμό του κόμματος στην Αθήνα τις επόμενες δημοτικές εκλογές.

Είναι προφανές ότι σήμερα κάποιοι στη Νέα Δημοκρατία έχουν την άποψη ότι οι τηλεθεατές μπορεί να είναι πιο πολύτιμοι πλέον από τους πολίτες σε μία εκλογική μάχη, οπότε ανάλογη πρέπει να είναι και η επιλογή ενός υποψηφίου σε μια κρίσιμη εκλογική μάχη. Κι όσο για τις ανάγκες μιας πόλης και χιλιάδων δημοτών, γιατί να νοιαστούν οι έτσι σκεπτόμενοι πολιτικοί;

Η υποψηφιότητα του κ. Χατζηνικολάου δεν «πέρασε» τελικώς στη Ν.Δ., όπως τα πράγματα δείχνουν, όχι όμως επειδή στο επιτελείο του κόμματος κέρδισε μια άλλη, «πολιτική» προσέγγιση του θέματος. Αλλοι λόγοι προκάλεσαν την εγκατάλειψη της σχετικής πρότασης (ο πολιτικός αθηναϊσμός έχει τις δικές του «ιδιαιτερότητες»).

Ποια προσόντα;

Ετσι κι αλλιώς, η πολιτική δεν έχει μια καλή θέση στην υπόθεση των δημοτικών εκλογών. Ιδιαιτέρως στους τρεις μεγάλους δήμους της χώρας, τα δύο μεγάλα κόμματα πάντοτε «καίγονται» για μια εκλογική επιτυχία, την οποία αξιοποιεί το καθένα κατά τις ανάγκες του ως επιτυχία «πολιτική», ως επιτυχία του κομματικού μηχανισμού, ως επιτυχία χρήσιμη για την παραγωγή «επικοινωνιακών» επιτυχιών…

Τα προσόντα που θα έπρεπε να έχει ένας υποψήφιος δήμαρχος, λοιπόν, στην Αθήνα δεν απασχολούν ιδιαιτέρως τα «επιτελεία» των κομμάτων εξουσίας. Αν ένα πρόσωπο μπορεί, κατά την εκτίμησή τους, να «τραβήξει» εκλογικώς ως πρόσωπο ήδη «προβεβλημένο» και με καλά ποσοστά δημοφιλίας σε δημοσκοπήσεις, αυτό αρκεί. Οσο για τη δουλειά του δημάρχου σε έναν μεγάλων διαστάσεων δήμο με πολλά προβλήματα, ο επιλεγείς «αστέρας» θα τη μάθει στη διάρκεια της θητείας του, εφ’ όσον εκλεγεί (και αν δεν τη μάθει, δεν χαλάει και ο κόσμος…).

Μια «καλή» πρόταση…

Δεν πρέπει λοιπόν να κάνει εντύπωση και το ότι ένα στέλεχος της κυβέρνησης, ο κ. Χρ. Βερελής, ανέφερε σε συνέντευξή του ότι ο υπουργός Εξωτερικών κ. Γ. Ανδρ. Παπανδρέου «θα μπορούσε να είναι μία πολύ καλή πρόταση για το ΠΑΣΟΚ» στον Δήμο Αθηναίων… Για ποιο λόγο ακριβώς θα ήταν μια «καλή πρόταση»; Δεν υπάρχει τίποτε το ακριβές σε αυτό που είπε ο κ. Βερελής. Το θέμα αν έχει ένα ενδιαφέρον, αυτό βρίσκεται στα «εσωτερικά» του κυβερνώντος κόμματος, όχι στο τι θα προσέφερε στους δημότες της Αθήνας η υποψηφιότητα στην οποία αναφέρθηκε ο κ. υπουργός Μεταφορών. Αλλωστε, ο κ. Βερελής ήταν ειλικρινής στη διατύπωσή του:

Είπε ότι η περίπτωση του κ. Γ. Παπανδρέου, ως υποψήφιου δημάρχου Αθηναίων, θα μπορούσε να είναι «μια πολύ καλή πρόταση για το ΠΑΣΟΚ». Δεν είπε ότι θα ήταν καλή για τους Αθηναίους. Για το καλό του κυβερνώντος κόμματος μίλησε.

Ας μη λησμονείται, εξάλλου, ότι και ο πρωθυπουργός κ. K. Σημίτης στις ομιλίες του έχει αναγορεύσει τις δημοτικές εκλογές ως σοβαρό εκλογικό σταθμό καθ’ οδόν προς τις εκλογές του 2004 (ή νωρίτερα, αν αυτό του «χρειασθεί» φυσικά). Για τα πραγματικά, καθημερινά προβλήματα των Αθηναίων δεν έχει κάνει λόγο, παρά γενικώς και αορίστως σε σκόρπιες αναφορές περί «καθημερινότητας» των πολιτών…

(Αναφέρθηκε ο κ. Βερελής στην περίπτωση του συναδέλφου του, κ. Γ. A. Παπανδρέου, έχοντας «συνεννοηθεί» προηγουμένως με τον προϊστάμενό του πρωθυπουργό ή έτσι τυχαίως ήρθε αυτό το πρόσωπο στον νου του; Το ερώτημα απασχολεί κάποιους στο ΠΑΣΟΚ, αλλά σίγουρα δεν απασχολεί τους δημότες της Αθήνας, που δίνουν μάχες με την αθηναϊκή καθημερινότητα όλο τον χρόνο.)

Οταν οι «άγιοι» κάνουν πόλεμο…

Αν, όμως, οι πολιτικοί άρχοντες ασχολούνται με τα δημοτικά πράγματα, όχι υπέρ των δημοτών, αλλά για την καλύτερη ικανοποίηση επιθυμιών που έχουν να κάνουν με κομματικές εξουσίες, οι κεφαλές της Εκκλησίας δεν πάνε καθόλου πίσω. Πράγματα, όπως η φιλανθρωπία, η αγάπη, ο λόγος του Θεού, υποχωρούν σημαντικά μπροστά σε μάχες εξουσίας στους κόλπους της Ιεραρχίας, όπου Αρχιεπίσκοπος και Μητροπολίτες εντυπωσιάζουν τους χριστιανούς, έτσι όπως διεξάγουν τον δικό τους «ιερό» πόλεμο, προβάλλοντας δημοσίως τη δική τους «εκκλησιαστική γλώσσα».

Πρωταγωνιστές σ’ αυτόν τον πόλεμο, οι κεφαλές της παραεκκλησιαστικής οργάνωσης (μοναστικής αδελφότητας, κατά την επίσημη ορολογία) «Χρυσοπηγή», που ιδρύθηκε το 1973. Από τη μια πλευρά, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Χριστόδουλος και μια ομάδα συνεργατών του, από την άλλη, σημαίνοντα στελέχη της «Χρυσοπηγής», με πρώτο τον πνευματικό πατέρα του Αρχιεπισκόπου, Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Καλλίνικο. «Επιρροές», κατανομές εσωτερικών εξουσιών, προσωπικά παράπονα και πάθη, ιστορίες σχέσεων και «συμμαχιών» από το παρελθόν, όλα αυτά και άλλα, που οι εκτός ενδοεκκλησιαστικών υποθέσεων δεν είναι καθόλου εύκολο να κατανοήσουν.

(Κατά τα άλλα, η εκκλησιαστική ηγεσία τα έχει με την ελληνική πολιτική και τους κακούς της κοινωνίας, που θέλουν να «αφελληνίσουν» την Ελλάδα…)

Αυτά, πάντως, που καταλογίζει ο κ. Καλλίνικος στον κ. Χριστόδουλο και τον κύκλο του, αναφερόμενος σε «παντελονάδες», «μυστικούς δείπνους», «κολλητούς», «βίλες και πισίνες» στη Μύκονο κ.λπ., αρκούν για να καταλάβει ο καθένας στη χώρα μας την ποιότητα της κατάστασης που επικρατεί στην Εκκλησία της Ελλάδος.