ΑΠΟΨΕΙΣ

Είχαν ήδη «δει» το βιβλίο…

Στην μπροστινή σειρά ο μέσος όρος ηλικίας δεν ξεπερνούσε τα τέσσερα χρόνια. Τα κοριτσάκια, με τα γλειφιτζούρια στα χέρια, αδημονούσαν και φώναζαν «Χάρι Πότερ, Χάρι Πότερ», στριφογυρίζοντας στις θέσεις τους. Σπάνια κοινό περιμένει με τόση ανυπομονησία να αρχίσει η προβολή μιας ταινίας. Προχθές το μεσημέρι, στα Village στο Μαρούσι, δόθηκε η αβάν πρεμιέρ της κινηματογραφικής μεταφοράς του θρυλικού, πλέον, βιβλίου της Τζόαν Ρόουλινγκ, σε σκηνοθεσία Κρις Κολόμπους. Παιδιά όλων των ηλικιών, γονείς (σε μειοψηφία), θεατές απαιτητικοί και, χωρίς αμφιβολία, άριστοι όλοι τους «χαριποτερολόγοι».

Η 12χρονη Ολυμπία συμπεριλαμβάνεται στα χιλιάδες παιδιά που έσπευσαν και θα σπεύσουν από την ερχόμενη Παρασκευή να «συναντήσουν» στην οθόνη τον αγαπημένο τους λογοτεχνικό ήρωα. Την τελευταία εβδομάδα, η Ολυμπία, ζούσε με την προοπτική της κυριακάτικης πρεμιέρας, οργάνωνε το πρόγραμμά της με άξονα την επερχόμενη προβολή. H πρόσκληση της Γουώρνερ είχε γι’ αυτήν την αξία ενός μικρού λαχείου και προχθές σηκώθηκε αξημέρωτα, αγωνιώντας για την έγκαιρη μετάβαση στα Village. H ταινία την ευχαρίστησε, δήλωσε πως αισθάνθηκε σαν κάποιος να «μπήκε στο μυαλό της και να μετέτρεψε σε εικόνες ό,τι ακριβώς είχε φανταστεί», και, ασφαλώς, πρόκειται να την ξαναδεί. Επισήμανε μικρά «παραστρατήματα» από το κείμενο, αλλά η σοφή επιλογή του 12χρονου Ντάνιελ Ράντκλιφ για τον ρόλο του Χάρι Πότερ (δεν είναι τυχαίο ότι όταν τον είδε η Τζόαν Ρόουλινγκ ένιωσε «σαν να ξαναγύρισε κοντά της ένας χαμένος γιος») επισκίασε τις όποιες «παρατυπίες».

Παρακολουθώντας τα πρόσωπα των μικρών θεατών, προχθές το μεσημέρι, διαπίστωνα πως κάτι έλειπε. Ελειπε η χαρά, η λάμψη της ανακάλυψης που εξέπεμπαν τα πρόσωπα των αναγνωστών. O ενθουσιασμός της αφήγησης, η αδημονία της απόκτησης ή ανταλλαγής των τεσσάρων βιβλίων της σειράς, η συναναστροφή με το μοίρασμα των εντυπώσεων, η τριβή μέσα από τις συζητήσεις, τις κρίσεις, τις προτιμήσεις. Εν ολίγοις, η επικοινωνία. Στην αίθουσα έτρεξαν για να επιβεβαιώσουν αυτό που είχαν ήδη φανταστεί. Να ελέγξουν αν οι εικόνες τους συμπίπτουν με την επίσημη εκδοχή, εκείνην που η κινηματογραφική βιομηχανία αποφασίζει και διαμορφώνει. Ετσι το Χόγκγουαρτς, η Σχολή για Μαγείες και Ξόρκια, είναι ένας διαδαλώδης μεσαιωνικός πύργος, που θυμίζει ενίοτε σκηνικό από το «Ονομα του ρόδου», ο διευθυντής Αλμπους Ντάμπλντορ θυμίζει τον μάγο Μέρλιν ή έναν λεπτοκαμωμένο Αη Βασίλη, η καθηγήτρια ΜακΓκόναγκαλ θυμίζει φιγούρα από τη «Ρεβέκα» της Δάφνης ντι Μωριέ, η σκηνή με τα μαθήματα πτήσης των εκπαιδευόμενων μάγων θυμίζει σκηνή από τον «Κύκλο των χαμένων ποιητών»… Ολα κάτι μας θυμίζουν, κάπου παραπέμπουν, σε κάποια άλλη «οικογένεια» εικόνων μας οδηγούν, τα παιδιά εγκλωβίζονται στον μαγικό αλλά πεπερασμένο χώρο της οθόνης. Οι σκέψεις τους, η φαντασία τους «μεταφράζονται» από έναν έμπειρο σκηνοθέτη, που χρησιμοποιεί ενα πλανητικό λεξιλόγιο: σπέσιαλ εφέ, ψηφιακή τεχνολογία, σασπένς. Πώς αλλιώς να απευθυνθεί σε πολύ περισσότερους από 100 εκ. αναγνώστες (τόσος είναι ο αριθμός των αντιτύπων που έχουν διατεθεί) που μιλούν 47 διαφορετικές γλώσσες; Αναγκαστικά, ομογενοποιεί το προϊόν του για να ανταποκριθεί στον «μέσο όρο».

Ομως, η Ρόουλινγκ έχει δημιουργήσει έναν πλήρη κόσμο, εύγλωττο και χαρισματικό. Με προσεκτική παρατήρηση, σοφή επιλογή χαρακτήρων, ανακουφιστική επιρροή στον παιδικό (και όχι μόνο) ψυχισμό. H ταινία είναι μια στέρεη κατασκευή χωρίς ανάσες και διαφυγές. Και χωρίς ρίσκο. Ακολούθησε με ευλάβεια το βιβλίο, δεν διακινδύνευσε οποιαδήποτε παρέκκλιση από τις γραμμές. Εμεινε πιστή στον αναγνώστη προδίδοντας το θεατή.

Η χαριποτερομανία διαφέρει από τις ανάλογες… μανίες (ποκεμομανία, πακαχοντομανία, κ.ο.κ.) γιατί ακολουθεί αντίστροφη πορεία: Διαβάζεται, κυρίως, βλέπεται, στη συνέχεια, εμπορευματοποιείται, από συνήθεια. O ισχυρότερος ανταγωνιστής της αγοράς είναι, αυτήν τη φορά, η φαντασία του αναγνώστη.

Ο Herbert, εκμεταλλευόμενος τα πλούσια κοιτάσματα της κεντροευρωπαϊκής κουλτούρας, κινήθηκε στο εσωτερικό αλλά και στην περιφέρεια της τεράστιας αυτής πνευματικής παρακαταθήκης: αφενός αφομοίωσε ζωογόνα στοιχεία της, αφετέρου κράτησε απέναντί της μια κριτική απόσταση. Αυτή η ποικίλη σχέση διαλόγου επιτεύχθηκε με δύο κυρίως χαρακτηριστικά της ποίησης του Herbert, τα οποία επεσήμανε και ο Βλαβιανός στην εισαγωγή του.