ΑΠΟΨΕΙΣ

Δήμος Μαυρομμάτης

Τον Δήμο Μαυρομμάτη τον γνώρισα στη Γυάρο τις πρώτες μέρες της δικτατορίας. Τον γνώρισα καλύτερα στο Παρθένι της Λέρου, όπου μας μετέφεραν λίγο μετά. Τον είχαν χτυπήσει άσχημα στο κεφάλι και υπέφερε, αργότερα βελτιώθηκε η κατάστασή του, αλλά νομίζω ότι πάντοτε υπέφερε από εκείνο το χτύπημα. Ηταν τότε πολύ νέος, κάτω των τριάντα, πτυχιούχος ήδη της Νομικής, ίσως είχε κάνει και την άσκησή του, πάντως ουδέποτε άσκησε τη δικηγορία.

Αλλης γενιάς από μένα, όχι τόσο λόγω ηλικιακής διαφοράς, περισσότερο από διαφορετική προέλευση μέσα στην Αριστερά. Ανήκε σε εκείνη τη φοιτητική γενιά που άρχισε τη δράση της (και τη ζωή της) στο τέλος της δεκαετίας του ’50 και την ολοκλήρωσε στην εκρηκτική δεκαετία του ’60, όπου συνέβησαν φαίνεται τα πάντα. Δεν τα γνώριζα αυτά, δεν τα είχα ζήσει και θυμάμαι τώρα την κατάπληξή μου, όταν στο στρατόπεδο Παρθενίου Λέρου συνάντησα τον Δήμο Μαυρομμάτη, τον αυθεντικότερο, ίσως, εκπρόσωπο αυτής της γενιάς.

Η σημαντικότερη διαφορά μας είναι πώς βλέπαμε την Αριστερά εκείνη ακριβώς την περίοδο. Οι περισσότεροι είχαμε συνηθίσει (κυρίως είχαμε βολευτεί ηθικά και πνευματικά) σε μια Αριστερά της «φυλακής και της εξορίας», ηρωική μεν αλλά πολιτικά αμέτοχη, ουσιαστικά α-πολιτική, κυριολεκτικά στη γωνία να περιμένει την «επανάσταση», που πάντοτε ερχόταν και ποτέ δεν έφτανε. Ζούσαμε απομονωμένοι, κατά κάποιο τρόπο σε κοινωνικό γκέτο, κάτι σαν κοινωνική αίρεση, με το δικό μας τρόπο, τη δική μας γλώσσα και τα δικά μας νοήματα, που κανένας άλλος δεν τα καταλάβαινε. Το παράδοξο είναι ότι εκείνη η αντίληψη για μια Αριστερά κοινωνικά «ξεχωριστή» διαμόρφωνε και όλη την κλίμακα των αξιών της. H «σέκτα» λειτουργεί πάντοτε και εσωτερικά ως «σέκτα» και νομίζω ότι αυτή η εσωστρεφής και μυστικόπαθη παράδοση δεν εγκατέλειψε ποτέ την ελληνική Αριστερά, ούτε σήμερα.

Ο Δήμος Μαυρομμάτης και οι φίλοι του, στο στρατόπεδο Παρθενίου, ήταν η πέτρα του σκανδάλου. Πολλές φορές σκέφθηκα να γράψω για το «χάος» (ο Δήμος ήταν ο αναμφισβήτητος ηγέτης του, επειδή ακριβώς η σκέψη του ήταν τόσο ανατρεπτική ώστε να μας φαίνεται χαώδης), δίσταζα όμως, αλλά κάποτε θα το κάνω. Το «χάος» ήταν η συνολική και ώς τα έσχατα αμφισβήτηση της Αριστεράς, όπως μέχρι τότε την είχαμε γνωρίσει με όλα τα ιερά και τα όσιά της και με όλα τα συναξάρια των αγίων της. Ηταν ο απόηχος μιας σύγκρουσης που είχε ήδη αρχίσει έξω από τα στρατόπεδα, στα πανεπιστήμια και στους δρόμους, ανάμεσα στη ζωντανή Αριστερά της ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων και της αποστεωμένης Αριστεράς της «φυλακής και της εξορίας».

Η λέξη «χάος» ξεχάστηκε και έσβησε, άλλωστε ποτέ κανείς δεν επιχείρησε να περιγράψει το περιεχόμενό της που ίσως θα αναιρούσε τη βασική έννοιά της, την ανάγκη αποδοχής όλων των μορφών σκέψης και ζωής. Σκέφτομαι τώρα ότι η καλή γνώση της αρχαίας και νεώτερης γραμματείας έκανε τον Δήμο Μαυρομμάτη ικανό για ένα τόσο τολμηρό και ανοιχτό εγχείρημα. Πράγματι, οι Αρχαίοι ιδίως, τόσους αιώνες μετά, αφήνουν την εντύπωση ότι είναι ανοιχτοί σε όλα όσα συμβαίνουν. Πόσες φορές τα τελευταία χρόνια δεν καταφύγαμε στον Θουκυδίδη και τον Πλάτωνα για να κατανοήσουμε όσα συμβαίνουν σήμερα. Τα μετέπειτα γεγονότα, με την τραγική κατάρρευση του «σοσιαλισμού» (τέτοια κατάρρευση δεν έχουμε άλλη στην ιστορία) δικαιώνουν πλήρως τον ριζοσπαστισμό της «χαοτικής» κριτικής και αμφισβήτησης, αλλά και αυτό θα ήταν μία «επιβεβαίωση» και μια «αναγνώριση» που ο Δήμος δεν θα την αποδεχόταν.

Με τον Δήμο Μαυρομμάτη, ελεύθεροι κατά μία έννοια, συναντηθήκαμε μετά στην Αθήνα και συνεργαστήκαμε στις εκδόσεις Παπαζήση (ήταν ο πρώτος που μου έδωσε δουλειά) και μετά στις εκδόσεις «Ολκός». Επειτα από τόσα χρόνια με απασχολεί πάντοτε το ερώτημα τι ήταν ο Δήμος Μαυρομμάτης. Ηταν δημοσιογράφος και επί χρόνια άσκησε τη δημοσιογραφία. Αλλά αν θα διαβάσετε τα γραφτά του θα διαπιστώσετε ότι υπονόμευε και αμφισβητούσε τη δημοσιογραφία και τον δημοσιογραφικό φορμαλισμό. Αλλά ο Δήμος ήταν πέρα από τη δημοσιογραφία και πέρα από τα γραφτά του. Για όσους τον γνώρισαν ήταν μια ζωντανή παρουσία πέρα από κάθε ορατό όριο. Ετσι τον θυμάμαι…