ΑΠΟΨΕΙΣ

Γόνιμες διαφορές ανάγνωσης

Στο ένθετο τεύχος «Βιβλιοθήκη» της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» και επί τρεις συνεχείς εβδομάδες (8, 15 και 22 Νοεμβρίου 2002) ο βιβλιοκριτικός Ευγένιος Αρανίτσης, ποιητής ο ίδιος, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος, με τίμησε (κυριολεκτώ) σχολιάζοντας πτυχές της κυρίως συγγραφικής μου δουλειάς και ειδικότερα το βιβλίο μου «Μετανεωτερική Μεταφυσική» (Εκδόσεις «Δόμος» 1993). Τα τρία δημοσιεύματά του είχαν τους τίτλους: «H Θεολογία του προσώπου», «Ιστορία ενός λάθους», «Γιανναράς και Κβαντική Θεωρία».

Θέλω να υπογραμμίσω ότι η δημόσια κριτική αντιπαράθεση του Αρανίτση με κάποιες από τις αναζητήσεις μου ήταν για μένα πραγματική συγκίνηση και χαρά: Επειδή και για το βιβλίο μου «Μετανεωτερική Μεταφυσική» είχα απτή τη βεβαιότητα ότι έπεσε στο κενό. Κενό προγραμματικής σιωπής που υποδέχεται κατά κανόνα τη συγγραφική μου δουλειά, τη μη-επιφυλλιδογραφική. Ακόμα και τολμηρές προκλήσεις (βιβλία όπως οι «Προτάσεις Κριτικής Οντολογίας», «Ορθός λόγος και κοινωνική κριτική», «H απανθρωπία του δικαιώματος», «Το ρητό και το άρρητο»), συντηρούνται μεν στην αγορά, αλλά παντελώς αγνοημένα από την εγχώρια βιβλιοκριτική. Μίλησα για προγραμματική σιωπή, επειδή, τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν οι εφημερίδες από τις οποίες αποκλείεται ακόμη και απλή αναγγελία έκδοσης δικού μου βιβλίου.

Θα ήμουν, λοιπόν, έτοιμος να συμφωνήσω με κάθε κριτική επιφύλαξη και αντίρρηση του Αρανίτση για τη «Μετανεωτερική Μεταφυσική», μόνο από συγκίνηση για το γεγονός ότι εκτίθεται σπάζοντας το φράγμα της σιωπής. Ομως, έτσι θα παρέκαμπτα και θα αδικούσα τη γονιμότητα των παρατηρήσεων και θέσεών του. Γι’ αυτό θα καταγράψω τις σκέψεις που μου γέννησε το κείμενό του, αφού προηγουμένως, για ενημέρωση και προσανατολισμό του αναγνώστη, οριοθετήσω τη θεματική του διαλόγου.

Το βιβλίο «Μετανεωτερική Μεταφυσική» επιχειρεί να προσεγγίσει την καινούργια γλώσσα που εισάγουν στην εποχή της Νεωτερικότητας τόσο η μετα-νευτώνεια φυσική (θεωρία της σχετικότητας και κβαντομηχανική) όσο και η φροϋδική και μεταφροϋδική ψυχολογία. Σαφώς το βιβλίο εντοπίζει τους στόχους του στο πεδίο της γλώσσας: H Νεωτερικότητα θεμελιώθηκε στη γενικευμένη βεβαιότητα ότι η κατανόηση των σημαινόντων ταυτίζεται με τη γνώση των σημαινομένων. Εγγυητής για την ορθότητα αυτής της ταύτισης ήταν η αυθεντία της «μεθόδου», δηλαδή μια αντικειμενοποιημένη κωδική εκδοχή της «ορθής λογικής» (ratio recta).

H πίστη στον νοησιαρχικό «επιστημονισμό» συντρίβεται (κυριολεκτικά) από τη γλώσσα που χρησιμοποιούν η μετα-νευτώνεια φυσική και η φροϋδική, κυρίως όμως η μετα-φροϋδική (Lacan) ψυχολογία. Και στις δυο περιπτώσεις διαμορφώνεται μια εκφραστική που απαιτεί να παραιτηθούμε από την παραστασιακή ή αναπαραστατική απλώς ικανότητα του νου μας, από τις σταθερές «οντικής» εκδοχής του υπαρκτού και πραγματικού. Δίνει συχνά την εντύπωση η γλώσσα της σύγχρονης φυσικής και ψυχολογίας ότι εγγίζει τα όρια της ποιητικής εικονολογίας: της ποιητικής ελευθερίας στη χρήση νοηματικών αντιφάσεων ή στην παράχρηση σημαινόντων προκειμένου να δηλωθεί η πραγματικότητα ως δυναμικό γίγνεσθαι και όχι ως περιγραπτή σταθερά.

Ούτε οι φυσικοί ούτε οι ψυχολόγοι που διαμόρφωσαν αυτή τη γλώσσα, φιλοδόξησαν ή και διανοήθηκαν να συναγάγουν τις συνέπειές της στο πεδίο του οντολογικού προβληματισμού (της απορίας για την ύπαρξη, το «νόημά» της: την αιτιώδη αρχή και τον σκοπό της). O Ευγένιος Αρανίτσης πιστεύει ότι αυτή η απουσία σύνδεσης της καινούργιας γλώσσας των «θετικών» επιστημών με το οντολογικό πρόβλημα δεν είναι παρά μια συνεπής εμμονή της Νεωτερικότητας στον μηδενισμό που την καθορίζει. H καινούργια γλώσσα δηλώνει απλώς «μια συνολική μετακίνηση της αντιληπτής πραγματικότητας από τη σφαίρα του συμβολικού σε εκείνη του φαντασιακού. H πραγματικότητα γίνεται σήμερα δεκτή σαν πανπεριεκτικό φαντασιωσικό μόρφωμα κυριαρχούμενο από τη δυνητικότητα, τον επαμφοτερισμό και το τυχαίο… Το παρατηρούμενο κυοφορείται ριζικά αποκομμένο από τη σημασία του».

Προτείνει ο Αρανίτσης αυτήν τη συγκεκριμένη κοινωνική ανάγνωση της «σχετικότητας» και της «απροσδιοριστίας». Συμφωνώ μαζί του ότι είναι σαφώς η ιστορικά επικρατέστερη και κοινωνικά κυρίαρχη. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι είναι και η μόνη επιτρεπτή. Πιστεύω ότι η φιλοσοφία, ίσως και η επιστήμη, προχωρούν και ανοίγουν καινούργιους ορίζοντες με μόνη κάποτε μια διαφορετική ανάγνωση γνωστών και παγιωμένης κατανόησης δεδομένων.

Η δική μου, διαφορετική ανάγνωση της γλώσσας των φυσικών και ψυχολόγων ή (σε προηγούμενα βιβλία) του Χάιντεγγερ πιθανόν να είναι ελλειμματική, λαθεμένη ή αυθαίρετη, όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί a priori μόνο ως «ανιστορική», δηλαδή, ασυμβίβαστη με την τρέχουσα κατεστημένη οπτική. Ασφαλώς η κβαντομηχανική ή ο Lacaμιλάνε για το γεγονός της «σχέσης» για να δηλώσουν «την ανυπακοή του κόσμου στα θεωρητικά εργαλεία» (Αρανίτσης) και στη διαδικασία οριστικής αντικειμενοποίησης, χωρίς να υποψιάζονται τη συμβολή τους στη συγκρότηση της ερμηνευτικής πρότασης που τη χαρακτηρίζουμε «οντολογία του προσώπου». Και είναι επίσης σίγουρο ότι σε κοινωνικό-ιστορικό επίπεδο (πάλι με τα λόγια του Αρανίτση) «μαζί με την υπονόμευση της άκαμπτης αντικειμενικότητας από τη μοντέρνα επιστήμη, σημειώνεται η βαθμιαία απαλοιφή και της υποκειμενικότητας». Ομως, το συναρπαστικό στην ανθρώπινη αναζήτηση είναι ότι δημιουργεί και ρωγμές άσχετες με τους στόχους της ή ερήμην των στόχων της, ρωγμές ικανές να διανοίξουν καινούργιους ορίζοντες θέας της πραγματικότητας.

Η Νεωτερικότητα απέκλεισε από τους προβληματισμούς της την οντολογία ταυτισμένης στις συνειδήσεις με απριορισμούς και δογματικές νοησιαρχικές κατασκευές. Αυτός ο αποκλεισμός δεν εμπόδισε τη φιλοσοφική σκέψη να καρπίσει στον 20ό αιώνα τη συνεπέστατη στις προδιαγραφές της Νεωτερικότητας (και όντως ιδιοφυή) μηδενιστική οντολογία του Χάιντεγγερ. H «Μετανεωτερική Μεταφυσική» τόλμησε να ανιχνεύσει απλά και μόνο το ενδεχόμενο να συναχθεί από τη γλώσσα της σύγχρονης φυσικής και ψυχολογίας, για πρώτη φορά, μια μη-μηδενιστική «κριτική» οντολογία: Οντολογία που υπόκειται σε κριτική επαλήθευση, σε εμπειρική διαψευσιμότητα. Και που γι’ αυτό διανοίγει μιαν άλλη προοπτική Μετα-νεωτερικότητας, στους αντίποδες των παρακμιακών φληναφημάτων «αποδόμησης» κάθε νοήματος.

Οφείλω στον Ευγένιο Αρανίτση ότι έσπασε τη σιωπή γύρω από το εγχείρημα.