ΑΠΟΨΕΙΣ

H σκοτεινή πλευρά του διπολισμού

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κορύφωση του διπολισμού που καταγράφηκε στις εκλογές του 2000 και επιβεβαιώθηκε, ως υποτροπιάζουσα, στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου, είναι πλέον ένα ελληνότροπο πολιτικό φαινόμενο. Προσπαθούν πολλοί να το αναλύσουν και να το εξηγήσουν, όπως έπραξε με δύο εμπεριστατωμένα κείμενά του στα κυριακάτικα φύλλα της 8/12 και 15/12 της «K» ο διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου Δημοσκοπήσεων VPRC κ. Γιάννης Μαυρής. Ωστόσο, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία δεν είναι η θεωρητική ανάλυση του φαινομένου, όσο η διάστασή του στη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος και στη διακυβέρνηση της χώρας.

Επιτυγχάνοντας από το 1981 έως σήμερα το μεγαλύτερο σε ολόκληρη την Ευρώπη «δικομματικό ποσοστό» (το 2000 έφθασε το 86,5%), το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. δεν μπορούν να ισχυρισθούν ότι αυτή η ευρύτατη και σταθερά απήχησή τους στο εκλογικό σώμα εκφράζει, σε ανάλογο βαθμό, εμπιστοσύνη, προσήλωση και ταύτιση του ψηφοφόρου με το κόμμα της προτιμήσεώς του. Με άλλους λόγους, η επικυριαρχία του δικομματισμού δεν μπορεί να εξομοιωθεί με την πόλωση, η οποία σημαίνει επικράτηση μόνον ακραίων πολιτικών παρατάξεων. Καθ’ όλες τις ενδείξεις, οφείλεται περισσότερο στη δυσπιστία του Ελληνα ψηφοφόρου προς τα μικρά πολιτικά κόμματα, η οποία πρέπει να αναζητηθεί στις βασικές θέσεις που αυτά διακηρύσσουν ως προς την οικονομική και την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Συγκεκριμένα, δεν είναι διόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο ελληνικός λαός παραμένει εντονότατα φιλοευρωπαϊστής, μη συνδέοντας την παρούσα οικονομική δυσπραγία και τη συνακόλουθη κοινωνική δυσαρέσκεια, με τη συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως συμβαίνει με άλλες χώρες-μέλη της. Πιθανότατα, ο απλός Ελληνας πολίτης, ως προς τη συμμετοχή μας στην E.E. -χωρίς να υποτιμά τα οικονομικά οφέλη- εξακολουθεί να προτάσσει τα πολιτικά πλεονεκτήματα, σε συσχετισμό, πάντοτε, με την τουρκική απειλή και την ανησυχητική αστάθεια στον βαλκανικό χώρο, υποστηρίζοντας ένθερμα την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας.

Στο μέτρο κατά το οποίο ο Ελληνας πολίτης προσβλέπει με εμπιστοσύνη μεγαλύτερη από κάθε άλλον Ευρωπαίο στην εγγυητική παρουσία της E.E. και στην προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκληρώσεως, είναι επόμενο να θέτει σε δεύτερη μοίρα τη συμμετοχή και τις επιδόσεις των ελληνικών κομμάτων στη διακυβέρνηση της χώρας. Και τούτο, διότι η κοινή γνώμη θεωρεί ότι το κόμμα που ασκεί την εξουσία περιορίζεται στον ρόλο του απλού διαχειριστού, αφού οι μη αμφισβητούμενες από τον Ελληνα πολίτη καθοριστικές πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται στις Βρυξέλλες. Με ανάλογο πνεύμα, οι καταλογισμοί μιας κυβερνητικής αποτυχίας, όπως και οι προσδοκίες για εξαίρετη κυβερνητική απόδοση, είναι υποτονικές, αφού αφορούν στην απλή διαχείριση και όχι στη χάραξη πολιτικής.

Στους ίδιους λόγους, πιθανότατα, οφείλεται το ότι δεν έχουν ευδοκιμήσει στη χώρα μας κόμματα-εκφραστές μιας περιστασιακής, έστω, διαμαρτυρίας (οικονομικής, κοινωνικής, φυλετικής, οικολογικής κ.λπ.). Γι’ αυτό παραμένει ισχυρότατη και η δυσπιστία της λαϊκής πλειοψηφίας για κυβερνήσεις συνεργασίας, οι οποίες ενδείκνυνται οσάκις επιβάλλεται σύνθεση διαφορετικών κυβερνητικών προτάσεων και προγραμμάτων. Κάτι φυσικά που δεν ισχύει σήμερα, ή -τουλάχιστον- δεν έχει αναγνωρισθεί ως ανάγκη από την πλειοψηφία της εκλογικής μας βάσεως.

Με τα δεδομένα αυτά, διατηρείται και ευημερεί στην υψηλότερη ευρωπαϊκή στάθμη ο διπολισμός στη χώρα μας. H δε ιδιομορφία του δεν εντοπίζεται μόνο στην υψηλή του επίδοση, αλλά και στα ενδογενή συστατικά του, τα οποία, όπως σημειώσαμε, ουδεμία σχέση έχουν με ακραίες ιδεολογικές διαφορές, με συγκρουόμενες πολιτικές, με πολωτικές συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις. Ετσι, ένα σημαντικότατο ποσοστό ψηφοφόρων, έχοντας -καλώς ή κακώς- αποτινάξει τα ιδεολογικά και πολιτικά έρματα του παρελθόντος, είναι ευμετάβολο, κινούμενο ως εκκρεμές, μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων μας.

Αν η αστάθεια αυτή συνιστά ελάττωμα ή δυσλειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, η ευθύνη για την αποκατάσταση της «βλάβης» βαρύνει τους δύο «πυλώνες» του πολιτικού μας συστήματος. Αυτοί οφείλουν να αποκαταστήσουν τα χρηστά εκλογικά κριτήρια του ψηφοφόρου. Αυτοί υποχρεούνται να εμπεδώσουν τη δικομματική εναλλαγή τους στην εξουσία σε ψήφο εμπιστοσύνης και όχι περιστασιακής προτιμήσεως.