ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναδρομες Σε Γεγονοτα Και Προσωπα

Πολλά έχουν γραφεί για την ιλαροτραγική γενική επιστράτευση που κήρυξε η χούντα πριν από είκοσι εννέα χρόνια, τον Ιούλιο του 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. H ανοργανωσιά, η σύγχυση και το χάος που έζησαν οι επιστρατευθέντες σε μία καθαρώς στρατιωτική επιχείρηση, αποτέλεσε και τη μεγαλύτερη απόδειξη των όχι γενικών αλλά των επαγγελματικών «ικανοτήτων» που διέθεταν οι συνταγματάρχες, οι οποίοι φιλοδόξησαν να κυβερνήσουν και να αναδιοργανώσουν τη χώρα…

Η επιστράτευση με βρήκε στο Καμάρι της Κορινθίας, όπου κάθε χρόνο κάναμε τις οικογενειακές μας διακοπές. Στο παραθεριστικό συγκρότημα ήταν και ο συνάδελφός μου αθλητικογράφος Γιάννης Διακογιάννης με τη γυναίκα του Βαρβάρα, πρώτη σύζυγος του αειμνήστου αδελφού μου Οδυσσέα, και την ανιψιά μου Ρίκα Βαγιάννη-Ζούλα.

Οταν υπηρετούσα τη θητεία μου ως έφεδρος αξιωματικός (1959-1961) είχα υποστεί και μια 15θήμερη μετεκπαίδευση σε θέματα επιστρατεύσεως. Ετσι θυμόμουν αρκετά πράγματα για την όλη διαδικασία. O Γιάννης Διακογιάννης βρισκόταν τότε γύρω στα σαράντα και ήταν αμφίβολο αν εξακολουθούσε να συμπεριλαμβάνεται στους μάχιμους. Εγώ, όμως, εκτός του ότι ήμουν περίπου κατά πέντε χρόνια νεώτερος, είχα μόλις τελειώσει τη δεύτερη -μέσα στην 7ετία της χούντας- μετεκπαίδευσή μου, προβιβαζόμενος και στον βαθμό του υπιλάρχου. Είπα, λοιπόν, στον Γιάννη ότι θα ‘πρεπε να φύγω αμέσως για την Αθήνα και να παρουσιαστώ, διότι η περίπτωσή μου είχε και μιαν άλλη ιδιαιτερότητα. Το αντικείμενο της δεύτερης μετεκπαιδεύσεώς μου (Γουδί, Μάιος 1974) ήταν τα νεοφερμένα γαλλικά άρματα AMX 30 (ένα απ’ αυτά γκρέμισε και την πύλη του Πολυτεχνείου), στα οποία ασφαλώς θα υπήρχε έλλειψη προσωπικού, ιδιαίτερα δε εκπαιδευμένων αξιωματικών. Πέραν τούτου στη διάρκεια της μετεκπαιδεύσεως οι περίπου 40 κληθέντες έφεδροι αξιωματικοί είχαμε παραδώσει τα απολυτήριά μας, περιμένοντας καινούργια με τον νέο βαθμό μας. Συνεπώς, δεν γνωρίζαμε πού θα ‘πρεπε να παρουσιαστούμε, στην περίπτωση επιστρατεύσεως, αφού ο τόπος αναγράφεται στο απολυτήριο.

Τελικά ο Γιάννης Διακογιάννης αποφάσισε να έλθει μαζί μου στην Αθήνα. Επακολούθησε ένας συγκινητικός αποχαιρετισμός, με τα γυναικόπαιδα να κλαίνε, θεωρώντας περίπου βέβαιο ότι φεύγαμε για να πολεμήσουμε τους Τούρκους, και εμάς τους δύο κάπως αμήχανους, διότι ένα υπέρτερο χρέος μάς έθετε υπό τας διαταγάς της χούντας.

Μόλις φθάναμε στα πρώτα διόδια της Εθνικής μετά το Κιάτο (94ο χλμ. από Αθήνα) πέσαμε σε μεγάλο μποτιλιάρισμα. Οι εκατοντάδες επιστρατευόμενοι περίμεναν να πληρώσουν διόδια στη μία και μοναδική θυρίδα που λειτουργούσε. Παρέκαμψα την ουρά, πήγα στον υπάλληλο και του επισήμανα ότι επιμένοντας να εισπράττει διόδια διέπραττε κακούργημα, διότι βάσει του στρατιωτικού νόμου αντί να διευκολύνει παρεμπόδιζε την επιστράτευση. O άνθρωπος τα ‘χασε και σχεδόν πανικόβλητος συμμορφώθηκε αμέσως με την υπόδειξή μου, αφήνοντας ελεύθερη τη διέλευση των οχημάτων.

Φθάνοντας στην Αθήνα κατευθυνθήκαμε στην Κηφισιά, τόπο κατοικίας μου και στο εκεί τμήμα της Χωροφυλακής, στο οποίο είχε εγκατασταθεί κλιμάκιο επιστρατεύσεως. Εξήγησα την περίπτωσή μου στον επικεφαλής ταγματάρχη, ο οποίος έδειξε πλήρη άγνοια για τους μη διαθέτοντας -όχι υπαιτιότητί τους- απολυτήριο στρατού. Αλαφιασμένος από την πολυκοσμία, αλλά και τα πολλαπλά επιστρατευτικά προβλήματα που είχαν αρχίσει ήδη να ανακύπτουν, κάθε άλλο παρά φάνηκε να συμμερίζεται τη σπουδή και την αγωνία μου να λυθεί το πρόβλημά μου. Τελικά μου ζήτησε τον αριθμό του τηλεφώνου μου και μου υπέδειξε να μείνω σπίτι μου περιμένοντας τηλεφώνημά του.

Περίμενα μάταια έως το βράδυ. Στο διάστημα αυτό είχα επικοινωνήσει με τους περισσότερους υπό επιστράτευση συγγενείς και γνωστούς μου. O νεώτερος αδελφός μου Ανδρέας, επίσης έφεδρος αξιωματικός των Τεθωρακισμένων, όδευε ήδη για τη Φιλιππιάδα. O μεγαλύτερος αδελφός μου, Οδυσσέας, έφεδρος αξιωματικός του Πεζικού, σαραντάρης τότε, μάλλον σε πρώτη φάση είχε εξαιρεθεί, όπως συνέβη τελικά και με τον Γιάννη Διακογιάννη. Αντίθετα, στην παρέα είχαμε και δεύτερο κρούσμα του αλαλούμ που επικράτησε. O οικονομικός διευθυντής της «Καθημερινής» και αξέχαστος φίλος μου Νίκος Καραμούζης, 46 χρόνων τότε, περνώντας στην εφεδρεία είχε μεταταγεί από το Ναυτικό που είχε υπηρετήσει στη Χωροφυλακή. Ετσι, ήταν βέβαιος ότι η επιστράτευση δεν τον αφορούσε. Εκανε ένα τυπικό, όπως νόμιζε, τηλεφώνημα στη Στρατολογία και από εκεί του είπαν ότι θα ‘πρεπε να παρουσιασθεί πάραυτα στο τμήμα χωροφυλακής της… Αλεξανδρουπόλεως. Εφυγε αμέσως και οδηγώντας νύχτα πλέον, έξω από την Καβάλα έπαθε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Τραυματίσθηκε -ευτυχώς ελαφρά- και τελικώς παρουσιάσθηκε ή μάλλον διακομίσθηκε στο στρατιωτικό νοσοκομείο της Αλεξανδρουπόλεως.

Θυμάμαι έντονα το περιστατικό γιατί με τον Νίκο Καραμούζη στις παραμονές τις επιστρατεύσεως είχαμε μια οξεία διαφωνία, η οποία πιστεύω ότι ήταν ευρύτερα διαδεδομένη κατά τα γεγονότα εκείνα. O Νίκος, όπως και πολλοί άλλοι, υποστήριζαν ότι μια ελληνοτουρκική σύρραξη θα ‘ταν ολιγοήμερη, λόγω άμεσης επεμβάσεως και καταστολής της από το NATO, και πως θα προκαλούσε την πτώση της δικτατορίας. Συνεπώς η συστράτευσή μας με τη χούντα εναντίον της Τουρκίας ήταν ανούσια. Ορισμένοι, δε, έφθαναν στην υπερβολή, λέγοντας ότι μια τουρκική επίθεση στον Εβρο και το ανατολικό Αιγαίο «θα μας έσωζε από τη δικτατορία».

Αντιθέτως, εγώ πίστευα και υποστήριζα στις συζητήσεις της παρέας μας ότι η εναντίωσή μας στη χούντα ερχόταν σε δεύτερη μοίρα στην περίπτωση ελληνοτουρκικής συρράξεως και στρατιωτικής επιστρατεύσεως, στην οποία θα ‘πρεπε να μετάσχουμε όλοι, ξεχνώντας ότι υπηρετούσαμε υπό δικτατορικό καθεστώς.

Μάλιστα, σε κάποια στιγμή που τα εκατέρωθεν επιχειρήματα είχαν οξυνθεί, είπα στον Νίκο Καραμούζη ότι ο ίδιος λόγω ηλικίας και της μετατάξεώς του στη Χωροφυλακή δεν αντιμετώπιζε το δίλημμα ενός μαχίμου στρατεύσιμου και μάλιστα αξιωματικού, όπως ο υπογράφων. Ισως τον πίκρανα τη στιγμή εκείνη, αλλά λίγες εβδομάδες αργότερα πήρε με το παραπάνω την εκδίκησή του. Γύρισε με τους τελευταίους από την επιστράτευση και μάλιστα τραυματισθείς εν υπηρεσία. Εύλογα, λοιπόν, άκουγα επί ημέρες τις ειρωνείες και τα καταφρονητικά του σχόλια για τον μάχιμο και ετοιμοπόλεμο υπίλαρχο, δηλαδή την αφεντιά μου, που τελικά έμεινε αστράτευτος και απόλεμος.

Ας γυρίσουμε, όμως, στην ημέρα «χ» της επιστρατεύσεως. Αφού περίμενα μάταια έως τις οκτώ το βράδυ τηλεφώνημα από τον ταγματάρχη του κλιμακίου επιστρατεύσεως, αποφάσισα να ξαναπάω στο τμήμα. Εκεί βρήκα άλλον επικεφαλής, έναν λοχαγό, ο οποίος προφανώς είχε αντικαταστήσει τον πρωινό ταγματάρχη. Χρειάσθηκε να εξηγήσω ξανά την περίπτωσή μου. Ηταν το ίδιο απληροφόρητος και ανίδεος. Εκνευρισμένος, πλέον, του είπα ότι τον καθιστούσα υπεύθυνο στο ενδεχόμενο να κηρυχθώ ανυπότακτος εν καιρώ πολέμου και ζήτησα τα στοιχεία του. O λοχαγός μάλλον φοβήθηκε, γιατί έδιωξε όλο τον κόσμο που διαγκωνιζόταν στο μικρό γραφείο του και μου ζήτησε να καθήσω. Αρχισε να τηλεφωνεί, προφανώς στα κεντρικά γραφεία της Στρατολογίας. Απ’ ό,τι αντιλήφθηκα η άγνοια και η ασχετοσύνη για μια τόσο απλή και προβλέψιμη περίπτωση, όπως η δική μου, κάλυπτε όλη τη στρατιωτική ιεραρχία της επιστρατεύουσας αρχής. O λοχαγός μίλησε διαδοχικά με ταγματάρχη, αντισυνταγματάρχη, συνταγματάρχη, για να φθάσουμε ύστερα από μιάμιση περίπου ώρα να ζητούμε να μας συνδέσουν με τον ταξίαρχο τάδε, ο οποίος προφανώς ήταν και ο διοικητής της υπηρεσίας. Δεν τον βρήκαμε και ο λοχαγός, σαν μοναδική λύση, μου πρότεινε να επισκεφθώ τον διοικητή-ταξίαρχο πρωί-πρωί την επομένη, γράφοντας σ’ ένα χαρτί το όνομα του υπασπιστού του, με τον οποίο ο ίδιος είχε επικοινωνήσει εξηγώντας το πρόβλημά μου.

Πέρασα μια νύχτα έντονης ανησυχίας, ψάχνοντας ώς τις πρώτες πρωινές ώρες να βρω κάποιους από τους σαράντα μετεκπαιδευθέντες μαζί μου εφέδρους ανθυπιλάρχους, των οποίων είχα συγκρατήσει τα ονόματα. Βρήκα μόνον τρεις, οι οποίοι αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα. O ένας, μάλιστα, απ’ αυτούς θυμόταν ότι το παραδοθέν απολυτήριο του όριζε τόπο παρουσιάσεώς του το Κέντρο Εκπαιδεύσεως Τεθωρακισμένων και πήγε να καταταγεί εκεί. Δεν τον βρήκαν στις καταστάσεις τους και τον έδιωξαν. Αλλά ταυτόχρονα του επισήμαναν ότι θα ‘πρεπε οπωσδήποτε και αμέσως να παρουσιασθεί κάπου αλλού, όπου ήταν ασφαλώς καταγεγραμμένος και όφειλε ο ίδιος να βρει. Αλλιώς κινδύνευε, όπως του είπαν, να θεωρηθεί όχι απλώς ανυπότακτος, αλλά λιποτάκτης…

Η τελευταία αυτή τηλεφωνική μου επικοινωνία με τον εν όπλοις συνάδελφο με κράτησε σχεδόν ξάγρυπνο έως το πρωί. Με τα χαράματα βρέθηκα έξω από το γραφείο του αρμόδιου διοικητού της Στρατολογίας. Αλλά κάθε άλλο παρά ήμουν από τους πρώτους. Αλλοι περίπου διακόσιοι επιστρατευόμενοι βρίσκονταν ήδη εκεί, μικρό δείγμα των χιλιάδων «απροβλέπτων» «πολυπλόκων» και «δισλύτων» προβλημάτων που είχαν ανακύψει στην επιστράτευση και είχαν παραπεμφθεί για επίλυση στην ύπατη αρχή(!)

Υστερα από περίπου τέσσερις ώρες κατόρθωσα να φθάσω έως τον υπασπιστή. Μόλις άρχισα, για πολλοστή φορά, να αναφέρομαι στο πρόβλημα των σαράντα ετοιμοπόλεμων υπιλάρχων, τους οποίους αγνοούσε η επιστράτευση, με διέκοψε. «Ξέρω, ξέρω. Και για τη δική σας περίπτωση (την οποία δεν πρόλαβα να εξηγήσω) θα εκδοθεί λεπτομερής ανακοίνωση στις επόμενες ώρες. Θα την πληροφορηθείτε από τα μέσα ενημερώσεως».

Είκοσι εννέα χρόνια μετά περιμένω ακόμη τη λεπτομερή ανακοίνωση. Για να μάθω αν στη γενική επιστράτευση του Ιουλίου 1974 ήμουν κληθείς ή ακλήτευτος? αν έχω καταγραφεί σε κάποια στρατιωτικά αρχεία ως ανυπότακτος ή και λιποτάκτης, εν καιρώ πολέμου…

Οι αναδρομές σε πρόσωπα και γεγονότα συμπλήρωσαν, με το σημερινό δημοσίευμα, τον πρώτο τους κύκλο. Πρώτα ο θεός και πάντοτε κατ’ επιθυμία ή ανοχή των αναγνωστών της «Καθημερινής», μπορεί από το φθινόπωρο να επιχειρήσουμε ένα δεύτερο κύκλο.