ΑΠΟΨΕΙΣ

Με κομμένη την ανάσα…

Ελπίζει κανείς ότι ο… προεδρεύσας (ή ο έχων προεδρεύσει;) της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν θα το εκλάβει ως προσβολή, αλλά η όλη «αγωνία» για τον τρόπο, με τον οποίον θα επιδιώξει την «πολιτική ανανέωση του τόπου», κατέχει μάλλον δευτερεύουσα θέση στις σκέψεις ημών των ταπεινών πολιτών, ακριβώς όπως η αυτο-επαινετική συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου για την ελληνική προεδρία μας απασχόλησε ελάχιστα σε σύγκριση με τις απτές προβλέψεις της μετεωρολογικής για τον καύσωνα.

Πώς όχι; Ακούγοντας και διαβάζοντας τα διάφορα βαρύγδουπα για τις άδηλες βουλές του κ. Σημίτη και για το δίλημμά του αν θα προβεί σε χωρισμό κόμματος και κράτους και θα στείλει τον κ. Λαλιώτη στο Γκουαντανάμο ή θα αρκεσθεί σε ηπιότερα μέτρα, έχει κανείς την εντύπωση ότι επιχειρείται και πάλι η παράκαμψη της πραγματικότητας – τόσο ως προς τα προβλήματα της κυβέρνησης, όσο και ως προς τη θέση του πρωθυπουργού σε αυτά.

Δεν πρέπει, πράγματι, να λησμονούμε ότι η όλη «ανανεωτική» συζήτηση δεν έχει προκληθεί από κάποιο μείζον γεγονός, αλλά από «μικρο»-αποκαλύψεις παιγνίων ευημερίας ορισμένων εγγύς του πρωθυπουργού ευρισκομένων προσώπων. Ακόμη και στο… πολυαγαπημένο θέμα της διαφθοράς στα δημόσια έργα, δεν ήρθε στο φως κάποιο νέο στοιχείο, η αντιμετώπιση του οποίου θα έχρηζε πρωθυπουργικής παρέμβασης. Τόσο, ώστε να μην υπερβάλλει κανείς υποθέτοντας ότι τις «αποκαλύψεις» των τελευταίων μηνών, το ΠΑΣΟΚ θα τις παραμέριζε εν μια νυκτί, αν ήταν στις καλές του μέρες. Αλλωστε, στις καλές αυτές μέρες οι αποκαλύψεις μάλλον θα είχαν «πνιγεί» μέσα σε αγιογραφικές πινελιές για τον εκσυγχρονισμό και τον επί της Ελλάδος προφήτη του. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, ο κ. Σημίτης δεν καλείται να προβεί σε κάποια αληθινή μεταρρύθμιση, αλλά να εξεύρει τρόπους αναστροφής του «επικοινωνιακού» αρνητικού κλίματος. Το τελευταίο είναι αλήθεια ότι βρίσκεται σε αναντιστοιχία με την πραγματικότητα: η κυβέρνηση ουδέποτε ήταν λαμπρή, όπως την παρίσταναν οι της πρωθυπουργικής αυλής, σίγουρα όμως δεν είναι κακή ή ανίκανη, όπως την παρουσιάζει η αντιπολιτευτική κριτική. Απλώς, τα χρόνια (δια)φθοράς της εξουσίας έχουν βαρύνει στους ώμους της.

Πώς, όμως, μπορεί να αναστραφεί αυτό το κλίμα; Με ανανέωση του τρόπου άσκησης της «πραγματικής» πολιτικής ή με επικοινωνιακές πρωτοβουλίες, που θα δείξουν ότι κάτι άλλαξε; Το πρώτο φαίνεται και εξαιρετικά δύσκολο, αλλά και a priori απίθανο, αφού, αν ο κ. Σημίτης είχε κάτι άλλο να προσφέρει στον τρόπο διοίκησης της χώρας, θα το είχε ασφαλώς πράξει τόσα χρόνια? δεν θα περίμενε να αφυπνισθεί από τις καταγγελίες του κ. Κουρή. Το δεύτερο, η επικοινωνιακή, δηλαδή, δέσμη αλλαγών, ως κίνηση προς το θεαθήναι είναι ευχερέστερη από οιανδήποτε αληθινή τομή, παραμένει όμως αρκετά δύσκολη: γιατί, όσο και αν οι υμνητές του δεν το ομολογούν, ο κ. Σημίτης, παρά τη σοβαρότητά του, συμπεριλαμβάνεται στα φθαρμένα πρόσωπα του ΠΑΣΟΚ, αφού η φθορά από τη μακρά άσκηση της εξουσίας δεν κάνει εξαιρέσεις (ούτε π.χ. για την κ. Β. Παπανδρέου, παρ’ ότι της αναγνωρίζεται και έργο και τόλμη), ο δε πρωθυπουργός φέρει και την πρόσθετη, προσωπική ευθύνη για επιλογές στελεχών, που αποδείχθηκαν περιορισμένου διαμετρήματος και πολιτικώς ελλιποβαρή σε σχέση με την παλαιά φρουρά του κόμματος.

Υπό τα δεδομένα αυτά, μέτρα όπως το ασυμβίβαστο του υπουργικού αξιώματος με την ιδιότητα του μέλους του Ε.Γ. αφενός στερούνται μεταρρυθμιστικής ουσίας, αφετέρου αφήνουν αναπάντητο το ερώτημα ποια στελέχη θα αναλάβουν την προσπάθεια αντιστροφής του κλίματος. Αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανακάμψει, αυτό δεν θα επιτευχθεί με επιδείξεις ενδοκομματικής παλικαριάς, αλλά με δουλειά και προσπάθεια επανεμπέδωσης της εικόνας σοβαρού διαχειριστή, όπου διατηρεί προβάδισμα έναντι της Ν.Δ. Οσο για ανανέωση προσώπων, ως γνωστόν κερδίζει τις εντυπώσεις κυρίως όταν γίνεται στην κορυφή…