ΑΠΟΨΕΙΣ

Ενα κουβάρι η ψυχή μας

Μια αμφιθυμία, ένα εκρηκτικό μίγμα μεμψιμοιρίας και λεοντοθυμίας, κατήφειας και ευθυμίας διακατέχει τις αναπάντεχες κουβέντες, τα τυχαία σχόλια στο δρόμο, στα μαγαζιά, τα ταξί, τις ημέρες αυτές της ηχηρής «δρομολόγησης νέων πολιτικών κατευθύνσεων». Αν υπάρχει κάποια φράση η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρίσει τη στιγμή, είναι «σύγχυση». Αισθήματα έντονης κοινωνικής δυσαρέσκειας αλλά και έλλειψης προοπτικής. Κλίμα ατομισμού, κυνισμού και μαζί ανησυχία για το μέλλον. Καιροσκοπισμοί, ελαφρότητα και μια νεφελώδης ασθενική κοινωνική ευαισθησία.

Φοβόμαστε ότι το «οικοδόμημα» που χτίσαμε κοντόθωρα, σπασμωδικά, ματαιόδοξα, μισαλλόδοξα, τώρα θα μας πλακώσει – δεν μοιάζει να δίνεται λύση σε κάποιο έστω από τα ανοιχτά μέτωπα. Τη διαφθορά, την ανεργία (κάθε μέρα και νέες ομάδες εργαζομένων απειλούνται με λουκέτα και απολύσεις), την οικονομική κρίση, την κοινωνική βία… Πληγές για την επούλωση των οποίων δεν θέλαμε να θυσιαστούμε – όχι, δεν θέλουμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, απλώς παραλύουμε μπροστά στο ενδεχόμενο μήπως η δίνη των γεγονότων μας πλήξει προσωπικά. Ατενίζουμε τον κόσμο και μπερδευόμαστε. Από τη μια υπάρχει η ευδαιμονία και από την άλλη η κακοδαιμονία. H πρόοδος και η οπισθοδρόμηση. O συνωστισμός τεχνολογιών, νεωτερισμών, αλλά και ο παρασιτισμός, η αδράνεια, η σήψη, το ιδεολογικό κενό.

Το κράτος -είμαστε τόσο περισσότερο βέβαιοι γι’ αυτό όσο πιο μεγαλόστομες είναι οι υποσχέσεις- είναι ανίκανο να ελέγξει την κατάσταση. Εθελοτυφλεί μπρος στη διάλυση, βαπτίζει τα προβλήματα ως ψευδοπροβλήματα, αδυνατεί να αξιοποιήσει το υγιές, το θετικό, το διαθέσιμο (ανθρώπινο δυναμικό, μέσα, κονδύλια). Και βουλιάζει σε ένα όλο και μεγαλύτερο πέλαγος ανοργανωσιάς και ανεπάρκειας.

Η Ελλάδα -το λένε και οι έρευνες- είναι ακόμη μια χώρα όπου οι κοινωνικές αξίες αντιστρατεύονται έντονα την πρόοδο.

Ο Ελληνας -για άλλη μια φορά το διαπιστώνουμε έντονα- είναι ένα δογματικό ον. Τα δόγματά του είναι τόσο πιο βαθιά όσο λιγότερο τα διατυπώνει ανοιχτά. Πιστεύει σε πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ό,τι νομίζει. Κρύβει μισαλλοδοξίες, κλιμακούμενες ξενοφοφίες, περιτρέχει τον μικρόκοσμό του σαν θωρακισμένο, πεπαλαιωμένο φρούριο – οι αντιλήψεις που οργανώνουν τη ζωή του παραμένουν πιστά αντίγραφα των παλιών, μολονότι η κοινωνία αλλάζει, θεσμοί καταρρέουν αργά, σχεδόν αθόρυβα, αλλά σταθερά. Αποτέλεσμα: μια διαρκής αίσθηση απογοήτευσης και σύγχυσης, ένα κοινωνικό πλέγμα όλο και λιγότερο διαφανές, λιγότερο κατανοητό, περισσότερο σαθρό, περισσότερο ρευστό, ανοχύρωτο.

Είναι τόση η σύγχυση στην οποία βρίσκεται ο Ελληνας, που γαντζώνεται με μεγαλύτερη ακόμη λύσσα στα πεπατημένα. Ετσι, σε όλες τις τάξεις, σε όλες τις ηλικίες καλπάζει ανεμπόδιστα το συντηρητικό ιδεώδες.