ΑΠΟΨΕΙΣ

Εξυγίανση διά παραλείψεως

H -ηπιότατη, είναι αλήθεια- κριτική που άσκησε στον Τύπο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Χρ. Πρωτόπαπας μετά την ορκωμοσία της «νέας» κυβέρνησης, για το ότι επί μέρες παρουσίαζε ανυπόστατα σενάρια 7-8 κυβερνητικών εκδοχών, πολιτικού διευθυντηρίου και άλλων πρωθυπουργικών καινοτομιών, πρέπει να παραδεχθούμε ότι διεκδικεί κάποιο δίκαιο. Αν πολίτες και δημοσιογράφοι είχαμε ως μόνο κριτήριο την ουσιαστική βαρύτητα των πρωθυπουργικών λόγων (πράγμα που θα προϋπέθετε, βέβαια, να εφαρμόζαμε το κριτήριο αυτό και στην υπόλοιπη επικαιρότητα), θα έπρεπε, όντως, να είχαμε υποβιβάσει τις ανανεωτικές προαναγγελίες σε δίστηλο – και δη εσωτερικής σελίδας.

Ικανός, αλλά τυπικός πολιτικός ο κ. Σημίτης είχε δείξει ότι ο λόγος του δεν είναι συμβόλαιο, ώστε να λαμβάνουμε τα λεγόμενά του τοις μετρητοίς, όπως είχε δείξει και πώς -και με ποιους- κυβέρνησε επί επτά χρόνια. Αντί, λοιπόν, να δίνεται τόση έμφαση στις εξαγγελίες του, θα ήταν δημοσιογραφικώς συνεπέστερο να παρατίθενται στα «σύντομα» – και να αναμένονται οι πράξεις του, μήπως αυτές τουλάχιστον άξιζαν την πρώτη σελίδα, για καλό ή κακό. Συνεπώς, αν με την ευγενή του παρατήρηση ο κ. Πρωτόπαπας εννοούσε «γιατί παραμυθιαστήκατε πάλι, βρε παιδιά, αφού τον ξέρετε τον άνθρωπο», είχε δίκαιο. Αν πάλι ήθελε να πει ότι τα περί ανανέωσης κατασκευάστηκαν από τον Τύπο ερήμην των πρωθυπουργικών ρήσεων, είναι μάλλον προφανές ότι ούτε ο ίδιος πιστεύει κάτι τέτοιο – εξ ού και η ηπιότητα της κριτικής του.

Γιατί είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι ο κ. Σημίτης και οι περί αυτόν δημιούργησαν την προσδοκία θεαματικών αλλαγών. Απλώς είναι επίσης αλήθεια ότι όφειλε κανείς να κρατά μικρό καλάθι, αν μη τι άλλο επειδή τόσα χρόνια ο κ. Σημίτης δεν είχε δυνηθεί να αναδείξει νέα γενιά ικανών στελεχών, ώστε ήταν απίθανο να τους «βγάλει από το καπέλο» τώρα. Αναλόγως απίθανο ήταν να ανατρέψει την πολιτική, που ο ίδιος επί επτά χρόνια ακολουθεί. Από την άποψη αυτή, όπως σημειώναμε και πριν από τον ανασχηματισμό, οι υπερπροσδοκίες τομής στην κυβερνητική πολιτική ήταν αδικαιολόγητες, πράγμα που επιβεβαιώθηκε.

Ο κ. Σημίτης πέτυχε, παρά ταύτα, κάτι. Πέτυχε να παραμερίσει το γεγονός ότι αφορμή για την όλη περί «ανανέωσης» συζήτηση ήταν συμπεριφορές δικών του ανθρώπων, της δικής του επιλογής και εμπιστοσύνης? και ότι οι συμπεριφορές αυτές, ανεξαρτήτως του ότι μπορεί να ήσαν νομότυπες, πρόδιδαν αφενός υπόγειες διαδρομές κομματικών, κυβερνητικών και επιχειρηματιών απρόσβλητες από την καθιέρωση προσχηματικών «ασυμβιβάστων», αφετέρου ανθρώπινες αξίες και ενδιαφέροντα εντελώς ξένα προς «σοσιαλιστικές ανησυχίες». Αυτά, τα μόνα που αποτέλεσαν θέμα συζήτησης και αποκαλύψεων τελευταία, ο πρωθυπουργός τα αντιπαρήλθε, μια που καμία από τις «αλλαγές» του δεν τα άγγιξε – και εστιάζοντας στα λόγια και τις κινήσεις του τα αντιπαρήλθαμε και μεις.

Είναι, από την άποψη αυτή, χαρακτηριστικό ότι, ενώ η μέχρι προ ημερών κριτική στρεφόταν κυρίως περί τον βαθμό διαφθοράς και ατομισμού των στελεχών του κυβερνώντος κόμματος, ο μετέπειτα πολιτικός λόγος παρασύρθηκε στον σχολιασμό των μέτρων Σημίτη, τονίζοντας ότι «φέρνει στα μέτρα του το κόμμα», ενώ ο ανασχηματισμός του ήταν φούσκα, αλλά ξεχνώντας ότι ο πρωθυπουργός αρνήθηκε καν να αντιμετωπίσει ό,τι εμφανιζόταν ως το πρόβλημα? προφανώς επειδή γνωρίζει ότι ο Τύπος ακολουθεί την καθ’ ημέραν επικαιρότητα και ότι το συγκεκριμένο «πρόβλημα» θα έχει γρήγορα σβήσει, ενώ οι αλλαγές στο Ε.Γ. θα έχουν… διάρκεια εξασφαλίζοντας στον ίδιο ηρεμότερα ενδοκομματικά νερά.

Υπό αυτό το πρίσμα, αν κάναμε λάθος ασχολούμενοι στα σοβαρά με τις ανανεωτικές προαναγγελίες του πρωθυπουργού, ενδέχεται να υποπίπτουμε σε σφάλμα ακόμη βαρύτερο απορροφούμενοι από τον σχολιασμό των μέτρων του, όταν πολύ εντυπωσιακότερες των μέτρων είναι οι παραλείψεις του.